Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

‘’ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ’’ 22 ΜΑΪΟΥ ΤΟΥ 337ΜΧ Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


  26-27 Οκτωμβρίου του 312μ.χ, παραμονή της μάχης στην Μιλβία γέφυρα του Τίβερη ποταμού, λίγο έξω από την Ρώμη, Ο Μέγας Κωνσταντίνος, Άυγουστος των δυτικών επαρχιών της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ετοιμαζόταν να δώσει καθοριστική μάχη εναντίον του Μαξεντίου, Αυγούστου των περιοχών της Ιταλίας και της Αφρικής της αυτοκρατορίας, του οποίου ο στρατός πλεονεκτούσε αριθμητικά και στρατηγικά. Από την πλευρά του ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε κάθε λόγο να αισθάνεται συγκρατημένος. δεν είχε καμία άλλη επιλογή εκτός από την επίκληση της δυνάμεως του Θεού. Ήθελε να προσευχηθεί, να ζητήσει βοήθεια, αλλά καθώς διηγείται ο ιστορικός Ευσέβιος, δεν ήξερε σε ποιόν Θεό να απευθυνθεί. Τότε έφερε νοερά στη σκέψη του όλους αυτούς που μαζί τους συνδιοικούσε την αυτοκρατορία. Όλοι τους, εκτός από τον πατέρα του, πίστευαν σε πολλούς θεούς και όλοι τους είχαν τραγικό τέλος. Άρχισε, λοιπόν, να προσεύχεται στον Θεό, υψώνοντας το δεξί του χέρι και ικετεύοντάς Τον να του αποκαλυφθεί. Ενώ προσευχόταν, εμφανίστηκε στον ουρανό μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τις μεσημβρινές ώρες του ηλίου, κατά το δειλινό δηλαδή, είδε στον ουρανό το τρόπαιο του Σταυρού, που έγραφε ‘’Εν τούτω νίκα’’ και ενώ προσπαθούσε να κατανοήσει τη σημασία αυτού του μυστηριακού θεάματος, τον κατέλαβε η νύχτα. Τότε εμφανίζεται ο Κύριος στον ύπνο του μαζί με το σύμβολο του Σταυρού και τον προέτρεψε να κατασκευάσει απομίμηση αυτού και να το χρησιμοποιεί ως φυλακτήριο στους πολέμους. Έχοντας ως σημαία του το Χριστιανικό λάβαρο, αρχίζει να προελαύνει προς την Ρώμη εκμηδενίζοντας κάθε αντίσταση.
  Με απόφαση του στα Μεδιόλανα το 313μχ,  νομοθετεί την ανεξιθρησκεία και  ανοίγει τον δρόμο για την διάδοση του Λόγου του Θεού. Παραχωρεί προνόμια στην Εκκλησία του Χριστού, την ενισχύει οικονομικά, ανεγείρει ναούς, μοναστήρια, φιλανθρωπικά ιδρύματα και επέρχεται η ειρήνη σε όλες τις επαρχίες του.
 Λίγο αργότερα μετά από νικηφόρες μάχες  επικρατεί και στην Ανατολική αυτοκρατορία εναντίον του ειδωλωλάτρη και διώκτη των Χριστιανών, Αυγούστου Λικινίου, διότι αθέτησε το διάταγμα των Μεδιολάνων  και έτσι ο Μέγας Κωνσταντίνος στέφεται αυτοκράτορας όλου του Ρωμαϊκού κράτους.
 Εκείνη την περίοδο με την χορηγία του Μέγάλου Κωνσταντίνου, η μητέρα του Αγία Ελένη ολοκληρώνει επιτυχώς τις έρευνες της στα Ιεροσόλυμα, για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού και  ανεγείρει τους Ιερούς Ναούς της Αναστάσεως, της Γεννήσεως του Κυρίου μας, του Όρους των Ελεών κ.α μεγάλα προσκυνήματα και μοναστήρια  στους Αγίους Τόπους. Το 325μχ, λόγο των αναταραχών που προκάλεσε στους πιστούς της Εκκλησίας  η αίρεση του Αρειανισμού, συγκαλεί την Ά Οικουμενική σύνοδο της Εκκλησίας του Χριστού στη Νίκαια, θεμελιώνεται  το δόγμα του Χριστιανισμού, και καταδικάζονται οι κακοδοξίες των αρειανιστών. Κατά την εναρκτήρια τελετή στο μεσαίο οίκο των ανακτόρων είχαν προσέλθει όλοι οι σύνεδροι. Επικρατούσε απόλυτη σιγή και όλοι περίμεναν την είσοδο του αυτοκράτορα, τον οποίο οι περισσότεροι θα έβλεπαν για πρώτη φορά. Ο Κωνσταντίνος εισήλθε ταπεινά, με σεμνότητα και πραότητα. στην ομιλία του προς τη Σύνοδο χαρακτηρίζει τις ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις ως το μεγαλύτερο δεινό και από τους πολέμους. Ο λόγος του υπήρξε ευθύς και σαφής. Δεν ήθελε να ασχοληθεί παρά μονάχα με θέματα που αφορούσαν στην ορθοτόμηση της πίστεως. Η κρίσιμη φράση του, «περὶ τῆς πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδόν από όλους τους ιστορικούς συγγραφείς. Έπειτα από τα γεγονότα αυτά αποφασίζει την ανοικοδόμηση  της Πόλης των πόλεων, της Κωνσταντινούπολης, όπου εκεί  μεταφέρει την νέα πρωτεύουσα του κράτους του αντί της Ρώμης.
 Ο Άγιος, κατά τον Απρίλιο του 337 μ.Χ., αισθάνεται τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα κάποιας ασθένειας. Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σε ιαματικά λουτρά. Βλέποντας όμως την υγεία του να επιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο να μεταβεί στην πόλη Ελενόπολη της Βιθυνίας, που είχε ονομασθεί έτσι λόγω της Αγίας μητέρας του. Εκεί παρέμεινε στο ναό των Μαρτύρων, όπου ανέπεμπε ικετήριες ευχές και λιτανείες προς τον Θεό. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αντιλαμβάνεται πως η επίγεια ζωή του πλησιάζει στο τέλος της. Η μνήμη του θανάτου καλλιεργείται στην καρδιά του και τον οδηγεί στο μυστήριο της μετάνοιας και του βαπτίσματος. Μετά από αυτά καταφεύγει σε κάποιο προάστιο της Νικομήδειας, συγκαλεί τους Επισκόπους και τους απευθύνει τον εξής λόγο: «Αυτός ήταν ο καιρός που προσδοκούσα από παλιά και διψούσα και ευχόμουν να καταξιωθώ της εν Θεώ σωτηρίας. Ήλθε η ώρα να απολαύσουμε και εμείς την αθανατοποιό σφραγίδα, ήλθε η ώρα να συμμετάσχουμε στο σωτήριο σφράγισμα, πράγμα που κάποτε επιθυμούσα να κάνω στα ρείθρα του Ιορδάνου, στα οποία, όπως παραδίδεται, ο Σωτήρας μας έλαβε το βάπτισμα εις ημέτερον τύπον. Ο Θεός όμως, που γνωρίζει το συμφέρον, μας αξιώνει να λάβουμε το βάπτισμα εδώ. Ας μην υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία. Γιατί και εάν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχισθεί η επίγεια ζωή μας και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στον Θεό».
Μετά το βάπτισμα ο Άγιος Κωνσταντίνος δεν ξαναφόρεσε τον αυτοκρατορικό χιτώνα, αλλά παρέμεινε ενδεδυμένος με το λευκό ένδυμα του βαπτίσματος, μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του. Ήταν η ημέρα εορτασμού της Πεντηκοστής. Όλοι οι σωματοφύλακες του αυτοκράτορα, αφού έσχισαν τα ρούχα τους και έπεσαν στο έδαφος, έκλαιγαν και φώναζαν δυνατά, σαν να μην έχαναν το βασιλέα τους, αλλά τον πατέρα τους. Οι ταξίαρχοι και οι λοχαγοί έκλαιγαν τον ευεργέτη τους. Οι δήμοι ήσαν λυπημένοι και κάθε κάτοικος της Κωνσταντινουπόλεως πενθούσε, σαν να έχανε το κοινό αγαθό. Αφού οι στρατιωτικοί τοποθέτησαν το σκήνωμα του Αγίου σε χρυσή λάρνακα, το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη και το εναπέθεσαν σε βάθρο στον βασιλικό οίκο. Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.
 Η κοίμηση του έλαβε χώρα στη Βιθυνία της Νικαίας, από όπου καταγόταν, στις 22 Μαϊου το 337μχ σε ηλικία 65 ετών,  η Εκκλησία μας, δίκαια τον ανακηρύσει Άγιο, Ισαπόστολο και Μέγα μαζί με την μητέρα του Αγία Ελένη,  με  τη μνήμη τους να εορτάζεται στις 21Μαϊου.
 Ο Μέγας Κωνσταντίνος καθ’όλη την περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας  τιμούνταν ιδιαιτέρως μαζί με την μητέρα του Αγία Ελένη. Στις μέρες μας προβάλλει ακόμα πιό εμβληματική η μορφή του διότι ο Άγιος Κωνσταντίνος είναι το πρότυπο του Χριστιανού ηγέτη που πέραν των φυσικών πνευματικών, ψυχικών και σωματικών του χαρισμάτων, διακρίθηκε και στα πεδία των πευματικών μαχών, αφού η πίστη του στον Χριστό τον οδήγησε υπό πολύ δύσκολες συνθήκες για την εποχή εκείνη και αναταραχές, να αναλάβει την προστασία των Χριστιανών της αυτοκρατορίας.Ο Άγιος Κωνσταντίνος ύψωσε την Αλήθεια και το Δίκαιο και ομολόγησε Χριστό, Αυτόν που χάρη της σωτηρίας των ανθρώπων, τον ύψωσε στο υψηλότερο γήινο και ουράνιο αξίωμα.

  Γι΄αυτό και εμείς ως Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι δεν θα επιτρέψουμε ποτέ να αφαιρεθεί το σύμβολο του Σταυρού από την σημαία μας. γιατί ο Χριστός είναι ο αληθινός φύλακας του έθνους μας.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...