Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΕΛΛΗΝΩΝ!ΕΚΤΑΚΤΟΝ!!!!

ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΕΛΛΗΝΩΝ
14-12-14

Δημητρίου Μιχάκη
Προέδρου ΈΛΛΗΝΕΣ
ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΥΝΕΝΩΣΗ



  
   Η ώρα είναι ιερή και δια τούτο οι Έλληνες καθαροί τη καρδία πρέπει να επισφραγίσουμε πλέον τον αγώνα της απελευθερώσεως της Ελλάδος μας από όλους όσους μοιράζουν τα ιμάτια αυτής και ακυρώνουν τις ζωές μας.
 Παρακαλώ ακούστε το Άγγελμα αυτό το οποίο εκ καρδίας το μεταφέρω σε όλους εσάς τους Φίλους και Φίλες μου, ΕΛΛΗΝΕΣ αληθινούς. Αισθανθείτε και κατανοήστε την εκπόρευση του ιερού αυτού μηνύματος μετα προσοχής.
 Σε εσάς απευθύνομαι με Αγάπη και Ελπίδα! Σε εσάς που με στηρίζετε σε αυτήν την εκπλήρωση των γεγονότων, σε εσάς που δεν με προδώσατε, σε εσάς που με αγαπάτε και κατανοείτε αληθινά το πρόσωπό μου και την ψυχή μου. Σας Ευχαριστώ διότι γίνατε σπορά και ο καρπός πολύς. Ήλθε η ώρα της Συγκομιδής. Τα σάπιο έπεσε από μόνο του έτσι έπρεπε να γίνει, εντολή Θεού ήταν. Καθάρισε η ήρα απο το στάρι. Και ο Σίτος πολύς. Τώρα ο Σίτος πρέπει να συγκεντρωθεί σε καθαρό τόπο για να ζυμωθεί ο Άρτος και να προσφέρουμε στον Θεό την δική μας θυσία, κατα την Θεία Αναφοράν.
 Να γνωρίζετε ότι καθε ευγενική και θεάρεστη κίνησή σας και βοήθεια εις την Αποστολή αυτή την κατέγραψα εν τη καρδία μου, καθε τί το βλέπω και το καταγράφω δια λόγους δικαιοσύνης και όλους εσάς που είστε αληθινά παιδιά του Θεού σας έχω ως ευλογημένη συνένωση, ως αγαπητά παιδιά. Σε εσένα που αποστέλλω αυτό το άγγελμα αναφέρομαι και προσωπικά, απλά δια τον λόγο ότι ο Θεός μου έδωσε πολλούς συναγωνιστές ΕΛΛΗΝΕΣ, απευθύνομαι σε κάθε έναν απο εσάς ξεχωριστά με αυτή την θεία γραφή.

  Καλώ άπαντες τους ΕΛΛΗΝΕΣ της μεγάλης της των ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΥΝΕΝΩΣΕΩΣ,  να σταθούμε στο ύψος των κρίσιμων περιστάσεων.
 Έχουμε πλήρη πνευματική ευθύνη ως έθνος δια το χρονικό διάστημα των κρίσιμων πολιτικών εξελίξεων, της εκλογής του προέδρου Δημοκρατίας της χώρας και ίσως των επερχόμενων εκλογών αλλά και εξελίξεων. Η επιλογή των επόμενων αποφάσεών μας, ενέχει  πνευματική ευθύνη ενώπιον του Θεού, της Πατρίδος μας Ελλάδος και των Προγόνων και Αγέννητων μελλοντικών γεννεών.
Δεν θα επιτρέψουμε να αναλάβουν ξανά την εξουσία ο συφερτός των κομματικών φαρισαίων, οι οποίοι καταπάτησαν το Ελληνικό Σύνταγμα, δολοφονούν τους συνανθρώπους μας, εξεφτελίζουν τα όσια και ιερά της Ελληνικής ιστορίας και χτυπούν την Χριστιανική Ορθόδοξή μας πίστη.
  Δεν θα επιτρέψουμε σε πατριδοκάπηλους και ύποπτους γυρολόγους κομμάτων να εξυπηρετούν τους άρχοντές τους, που προσκυνούν ξένα συμφέροντα, κυκλοφορώντας ως λύκοι ενδεδυμένοι την προβιά προβάτου, οι οποίοι προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν τον απλό λαό.
 Εμείς οι ΕΛΛΗΝΕΣ με γνώση και δικαιοσύνη, είναι ανάγκη να αναλάβουμε τα ηνία της Ιεράς Ελλάδος.
 Εμείς οι ΈΛΛΗΝΕΣ πρέπει να δημιουργήσουμε την δυνατή και ελεύθερη Ελλάδα.
 Εμείς οι ΕΛΛΗΝΕΣ είμαστε έτοιμοι να εφαρμόσουμε την Ιερή Διακήρυξη των Ελλήνων, δια την δικαίωση των Ελλήνων.
 Εμείς οι ΈΛΛΗΝΕΣ είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε την επερχόμενη αυτήν αναταραχή με ασφάλεια για την Ελλάδα και όλους τους ΕΛΛΗΝΕΣ.
 Εμείς οι ΕΛΛΗΝΕΣ είμαστε ικανοί να διοικήσουμε με δίκαιους νόμους που θα οδηγήσουν στην αξιοπρεπή διαβίωση του Ελληνικού Λαού.
 Εμείς οι ΕΛΛΗΝΕΣ είναι αναγκαίον να εφαρμόσουμε τους νόμους αυστηρα και να δικασθούν και να πληρώσουν οι υπαίτιοι της καταστροφής.
 Εμείς οι ΕΛΛΗΝΕΣ πρέπει να δώσουμε το καλό παράδειγμα σε όλη την ανθρωπότητα και να σταθούμε άξιοι απόγονοι Σοφών και Ηρώων.
 Εμείς οι ΕΛΛΗΝΕΣ με την βοήθεια του Θεού εγγυόμαστε ότι με την διακυβέρνησή μας η ΕΛΛΑΔΑ με ειρηνικό τρόπο, Ασφάλεια, Αρμονία, Σταθερότητα και Συνεργασία με κορωνίδα την των ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΥΝΕΝΩΣΗ, θα ξεπεράσουμε τις δυσκολίες με δύναμη Ελπίδα Αγάπη και Πίστη!
 Αναγνώστε και διαδώστε την διακήρυξη των Ελλήνων σε κάθε πόλη, σε κάθε χώριό σε όλη την Ελλάδα.
 Καλώ τα μέλη, τους φίλους, τους συνεργάτες  μας σε όλη την Ελλάδα να μεταφέρουν την ευχάριστη είδηση αυτού του καθαρού αγώνα των ΕΛΛΗΝΩΝ και να βοηθήσει ο καθένας με τις δυνάμεις και τις ικανότητές του.
 Καλώ τους ΕΛΛΗΝΕΣ να επικοινωνήσουν άμεσα!
Καλώ όλους τους καθαρούς στην καρδιά ΈΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ να αναλάβουν καθήκοντα σύμφωνα με τις ικανότητες και εμπνεύσεις τους.
 Καλώ τους Επιστήμονες συναδέλφους και συνεργάτες μου να είναι ετοιμοι να αναλάβουν ευθύνη δια την διακυβέρνηση επιστημονικών τομέων της πατρίδος μας πλέον επίσημα.
 Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΙΕΡΟΣ ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΠΡΈΠΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΣΩΣΟΥΜΕ ΩΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΙΟΤΙ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΜΑΣ, Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ.


Δημήτριος Μιχάκης
Νομικός-Δικηγόρος-Μουσικός
                                 Πρόεδρος
ΕΛΛΗΝΕΣ
ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΥΝΕΝΩΣΗ




                               Email: ellhnes12@gmail.com
                               Σελίδα Facebook: Έλληνες
    Προφίλ Facebook: Ελλήνων Ελευθέρων Συνένωση (Έλληνες )
                                     https://www.facebook.com/ellhnes2012

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Ἅγιος Νεκτάριος - ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΩΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΥ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΝ

(κείμενο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου γιὰ τὸν κοσμοϊστορικὸ ῥόλο τῶν Ἑλλήνων, ἰδίως ἐν σχέσει μὲ τὴν διάδοσιν τοῦ Εὐαγγελίου)

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου σὲ ὅσους ἀδιάκριτα καὶ γενικευμένα καταδικάζουν τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες γιὰ διαφθορὰ βίου. Ἕνας λαὸς μὲ τέτοιους φιλοσόφους δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀκολουθεῖ τὸν δρόμο ποὺ τοῦ ὁρίζουν. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ΔΕΝ ἦσαν κτήνη παραδομένα στὴν ἀκολασία καὶ στὴν διαφθορὰ ἀλλὰ λαὸς μὲ ἰδιαίτερη ΚΛΗΣΗ! ...αὕτη ἡ κλῆσις αὐτοῦ ἐν τοῖς ἔθνεσιν· μαρτύριον ἡ ἐθνικὴ αὐτοῦ ἱστορία· μαρτύριον ἡ φιλοσοφία αὐτοῦ· μαρτύριον ἡ κλίσις αὐτοῦ· μαρτύριον αἱ εὐγενεῖς αὐτοῦ διαθέσεις· μαρτύριον ἡ παγκόσμιος ἱστορία· μαρτύριον ἡ μακροβιότης αὐτοῦ, ἐξ ἧς δυνάμεθα ἀδιστάκτως νὰ συμπεράνωμεν καὶ τὴν αἰωνιότητα αὐτοῦ, διὰ τὸ αἰώνιον ἔργον τοῦ Χριστιανισμοῦ μεθ᾿ οὗ συνεδέθη ὁ Ἑλληνισμός.





Προθεωρία
Ἀξιότιμοι Κύριοι,
Τὸ θέμα ταύτης τῆς μελέτης μου προῆλθεν ἐκ τῶν μελετῶν, εἰς ἃς ἀπό τινων ἐτῶν ἀσχολοῦμαι. Οἱ Ἕλληνες συγγραφεῖς ὑπῆρξαν τὸ ὑποκείμενον τῶν μελετῶν μου· ὠρμήθην διὰ φλέγοντος πόθου, ὅπως ἀθροίσω πᾶν ὅ,τι περὶ Θεοῦ, περὶ ψυχῆς, καὶ περὶ ἀρετῆς ὑγιὲς εἰρήκασι, καὶ θησαυρίσω τὰς σοφὰς τῶν σοφῶν Ἑλλήνων γνώμας ἐν ἐνὶ τεύχει πρὸς διδασκαλίαν τῶν περὶ τὰς μελέτᾳς ἀσχολουμένων. Ἐκ τῆς μελέτης ταύτης καὶ τῆς διευθετήσεως τῆς ὕλης ἐπείσθην, ὅτι οἱ Ἕλληνες σοφοὶ ἐν ὅλῳ καὶ ἐν μέρει ὑπῆρξαν διδάσκαλοι τῆς ἀληθείας, ὅτι ταύτης ἐγένοντο ἐρασταὶ καὶ ταύτην ἐπεζήτησαν, καὶ ὅτι ὁ ἔρως τῆς γνώσεως τῆς ἀληθείας ἦν ὁ πρὸς τὴν ἀληθῆ φιλοσοφίαν αὐτοὺς ἄγων· οὗτος ἤγαγε κατὰ μικρὸν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος πρὸς τὴν εὐκρινεστέραν γνῶσιν τῆς ἀληθείας καὶ τελευταῖον πρὸς τὴν ἀποκαλυφθεῖσαν ἀλήθειαν.
Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἐγένετο τῇ Ἑλληνικῇ φυλῇ παιδαγωγὸς πρὸς κατανόησιν τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας. Ὁ ἔρως πρὸς τὴν φιλοσοφίαν ἐγένετο ἔρως πρὸς τὸν χριστιανισμόν, καὶ ἡ φιλοσοφία ἀπέβη πίστις εἰς Χριστόν. Ὁ ἔρως ἄρα πρὸς τὴν ἀλήθειαν ὑπῆρξεν ὁ λόγος, δι᾿ ὃν ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἅμα τῇ ἐμφανίσει τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας ἐγένετο ταύτης ἐραστὴς καὶ ὀπαδὸς καὶ ἐνεστερνίσθη καὶ ἐνεκολπώθη αὐτὴν καὶ τὸ αἷμα αὐτῆς ἀφειδῶς ὑπὲρ αὐτῆς ἐξέχεεν. Ἐπειδὴ λοιπὸν τοιαύτη ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ οὗτος ὁ λόγος, δι᾿ ὃν ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ πρώτη ἠσπάσθη τὸν χριστιανισμόν, διὰ τοῦτο ἔλαβον ὡς θέμα μελέτης τὴν Ἑλληνικὴν φιλοσοφίαν ὡς προπαιδείαν εἰς τὸν χριστιανισμόν, ὡς θέμα πολλῆς σπουδαιότητος διὰ τοὺς Ἕλληνας.
Κυρίως κείμενο
Ἑλληνικὴ φιλοσοφία. Δυὸ λέξεις· ἀλλὰ λέξεις μεσταὶ μεγάλων καὶ ὑψηλῶν ἐννοιῶν· ἐν αὐταῖς ἐγκολποῦται ἡ τελεία περὶ ἀνθρώπου ἔννοια· ἐν αὐταῖς συνάπτονται τὰ πέρατα τῆς φιλοσοφικῆς ἐνεργείας· ἐν αὐταῖς περιλαμβάνεται τὸ σύνολον τῶν ἐπιστημονικῶν ἀρχῶν· ἐν αὐταῖς ἐκφράζεται τὸ πνεῦμα τῆς ἀναπτυχθείσης ἀνθρωπότητος· ἐν αὐταῖς χαρακτηρίζεται ἡ τελεία τοῦ ἀνθρώπου εἰκών· ἐν αὐταῖς ὁμολογεῖται τὸ μέγεθος τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ· τὸ ὕψoς τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, τὸ βάθος τῶν ἐννοιῶν, ἡ ἰσχὺς καὶ τὸ κάλλος τοῦ λόγου, ἡ λεπτότης τῶν διανοημάτων, ἡ εὐκρίνεια καὶ ἡ σαφήνεια αὐτῶν, ἡ δύναμις, ἡ χάρις αὐτῶν, καὶ τέλος ἡ θειότης τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία εἶναι ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ τῆς ἀληθοῦς ἀναπτύξεως καὶ μορφώσεως, εἶναι ὁ παιδαγωγὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ποδηγέτης πρὸς τὴν εὐσέβειαν. Αὕτη ἐγένετο διδάσκαλος τῆς ἀληθείας, διδάσκουσα τὸν ἄνθρωπον τίς ἐστι, τὶς ἡ ἐν τῷ κόσμῳ ἀποστολὴ αὐτοῦ, καὶ τί δέον ἐργάζεσθαι, διδάσκουσα αὐτὸν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ, τὴν σχέσιν αὐτοῦ πρὸς τὸ θεῖον, καὶ τὴν σχέσιν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον· διδάσκουσα τὰ θεῖα ἰδιώματα καὶ τὴν συγγένειαν τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ θεῖον. Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἐδίδαξεν τὴν πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἐγένετο διὰ τῶν ὑγιῶν αὐτῆς θεωριῶν παιδαγωγὸς τῆς ἀνθρωπότητος εἰς Χριστόν.
Ἡ φιλοσοφία εἶναι ἀληθῶς ἀναφαίρετον κτῆμα τοῦ Ἕλληνος· διαδιδομένη ἀνὰ τὰ ἔθνη προσηλυτίζει αὐτὰ καὶ καθιστὰ αὐτὰ ἑλληνικά, οὐδέποτε δὲ παύεται οὖσα Ἑλληνική· οἱ ὀπαδοὶ αὐτῆς, οἱ ὁμιληταὶ αὐτῆς ἀποβάλοντες τὸ ξένον καὶ βάρβαρον περιβάλλονται τὸ ἑλληνικὸν καὶ τὴν εὐγένειαν· ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία προώρισται ἵνα καταστήσῃ τοὺς πάντας Ἕλληνας· ἐγεννήθη ὑπὲρ τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ συνεταυτίσθη μετ᾿ αὐτοῦ, ὅπως ἐργασθῆ πρὸς σωτηρίαν τῆς ἀνθρωπότητος. Ἕλλην καὶ φιλοσοφία εἰσὶ δυὸ τινὰ ἀναπόσπαστα· μαρτυρεῖ δὲ καὶ ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος λέγων: Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν. Ὁ Ἕλλην ἀληθῶς ἐγεννήθη, ἵνα φιλοσοφῇ· διότι ἐγεννήθη διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος. Ἀλλ᾿ ἐὰν ἡ φιλοσοφία ἐγένετο παιδαγωγὸς εἰς Χριστὸν ἕπεται ὅτι ὁ Ἕλλην πλασθεὶς φιλόσοφος ἐπλάσθη χριστιανός, ἐπλάσθη ἵνα γνωρίσῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ διαδῷ αὐτὴν τοῖς ἔθνεσιν.
Ναὶ ὁ Ἕλλην ἐγεννήθη κατὰ θείαν πρόνοιαν διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος· τοῦτο τὸ ἔργον ἐκληρώθη αὐτῷ· αὕτη ἦν ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ· αὕτη ἡ κλῆσις αὐτοῦ ἐν τοῖς ἔθνεσιν· μαρτύριον ἡ ἐθνικὴ αὐτοῦ ἱστορία· μαρτύριον ἡ φιλοσοφία αὐτοῦ· μαρτύριον ἡ κλίσις αὐτοῦ· μαρτύριον αἱ εὐγενεῖς αὐτοῦ διαθέσεις· μαρτύριον ἡ παγκόσμιος ἱστορία· μαρτύριον ἡ μακροβιότης αὐτοῦ, ἐξ ἣς δυνάμεθα ἀδιστάκτως νὰ συμπεράνωμεν καὶ τὴν αἰωνιότητα αὐτοῦ, διὰ τὸ αἰώνιον ἔργον τοῦ Χριστιανισμοῦ μεθ᾿ οὗ συνεδέθη ὁ Ἑλληνισμός· διότι ἐνῷ ὅλα τὰ ἔθνη τὰ ἐμφανισθέντα ἐπὶ τῆς παγκοσμίου σκηνῆς ἦλθον καὶ παρῆλθον, μόνον τὸ Ἑλληνικὸν ἔμεινε ὡς πρόσωπον δρῶν ἐπὶ τῆς παγκοσμίου σκηνῆς καθ᾿ ὅλους τοὺς αἰῶνας· καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀνθρωπότης δεῖται αἰωνίων διδασκάλων· μαρτύριον τέλος ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ μεταξὺ τῶν ἐθνῶν ὑπὸ τῆς θείας προνοίας, ὅπως ἐμπιστευθῇ αὐτῷ, τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην τὴν ἁγίαν πίστιν, τὴν θρησκείαν τῆς ἀποκαλύψεως καὶ τὸ θεῖον ἔργον τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς, τὸ αἰώνιον ἔργον τῆς σωτηρίας διὰ τῆς διαπλάσεως ἁπάσης της ἀνθρωπότητος κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἀποκαλυφθείσης θρησκείας. Τὸ ἔργον τοῦτο ἀληθῶς ἀνετέθη τῇ Ἑλληνικῇ φυλῇ· τοῦτο μαρτυρεῖται ὑπὸ τῆς ἱστορίας· ἓν μόνον βλέμμα ῥιπτόμενον εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ χριστιανισμοῦ ἐπαρκεῖ ὅπως πιστώση τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπὸ τῆς πρώτης σελίδος αὐτῆς ἀναφαίνεται ἡ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς ἐν τῷ χριστιανισμῷ δρᾶσις, καὶ ἡ κλῆσις αὐτῆς, ἵνα ἀναλάβῃ τὸ μέγα της ἀποστολῆς τοῦ χριστιανισμοῦ ἔργον. Οἱ θεῖοι τοῦ Σωτῆρος λόγοι «νῦν ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου», ὅτε ἀνηγγέλθη αὐτῷ, ὅτι Ἕλληνες ἤθελον ἰδεῖν αὐτόν, ἐνεῖχον βαθεῖαν ἔννοιαν· ἡ ῥῆσις ἦν προφητεία, πρόῤῥησις τῶν μελλόντων· οἱ ἐκεῖ ἐμφανισθέντες Ἕλληνες ἦσαν οἱ ἀντιπρόσωποι ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους· ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτῶν διεῖδεν ὁ θεάνθρωπος Ἰησοῦς τὸ ἔθνος ἐκεῖνο, εἰς ὃ ἔμελλε νὰ παραδώσῃ τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην, ἵνα διαφυλαχθῇ τῇ ἀνθρωπότητι. Ἐν τῇ ἐπιζητήσει αὐτῶν διέγνω τὴν προθυμίαν τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἑαυτοῦ διδασκαλίας, διεῖδε τὴν ἑαυτοῦ δόξαν, τὴν ἐκ τῆς πίστεως τῶν ἐθνῶν, καὶ ἀνεγνώρισε τὸ ἔθνος, ὅπερ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον προώριστο ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.
Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀληθῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐκλήθη ἀπὸ καταβολῆς κόσμου καὶ πρὸς τοῦτον μαρτυρεῖται διαπεπλασμένον· ὁ Θεὸς ἐν τῇ θείᾳ αὐτοῦ προνοίᾳ διέπλασεν αὐτὸ ὀφθαλμὸν τοῦ σώματος τοῦ συγκροτουμένου ὑφ᾿ ἁπάσης της ἀνθρωπότητος· ὡς ὄργανον τοιοῦτον ἐν τῷ σώματι τῆς ἀνθρωπότητος ὁ Ἕλλην ἐκλήθη ἵνα ἐργασθῇ καὶ ἐν τῷ ἔργῳ τῆς ἀναγεννήσεως.
Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἕνεκα τῆς φυσικῆς αὐτοῦ ταύτης ἰδιότητος ἀπέβη ἀληθῶς ὀφθαλμὸς ἐτάζων τὰ τὲ ἐμφανῆ καὶ τὰ κεκαλυμμένα ὑπὸ τοῦ πέπλου τοῦ μυστηρίου· ἠτένισεν ἔκθαμβον πρὸς τὸ ἔκπαγλον κάλλος τοῦ κόσμου τῆς δημιουργίας, καὶ ἀνεζήτησε τὸν θεῖον αὐτῆς δημιουργόν· ἀφοσιώθη εἰς τὴν προσφιλῆ αὐτῷ ἔρευναν καὶ ἀνεῦρε τὸν θεῖον δημιουργὸν ἐν τοῖς δημιουργήμασιν αὐτοῦ· ἡ εἰκὼν τοῦ θείου καλλιτέχνου δημιουργοῦ θείῳ δακτύλῳ ἐγγεγραμμένη ἐν τοῖς δημιουργήμασιν αὐτοῦ προσείλκυσεν αὐτὸν καὶ ἀφήρπασεν. Ἡ εἰκὼν τοῦ Θεοῦ κατενοήθη ἐν μικρογραφίᾳ ἐν τῇ καλλιτεχνικῇ κατασκευῇ τῶν ὄντων, τοσούτῳ ἐν τῇ θαυμασίᾳ κατασκευῇ τοῦ μικροῦ θαλεροῦ τοῦ ὡραιοτάτου καὶ τερψιθύμου ἀνθυλλίου, ὄσω καὶ ἐν τῇ κατασκευῇ τῶν μεγίστων δημιουργημάτων· ἡ ἀναρίθμητος ποικιλία ἡ ἀπὸ τῶν ἐλαχίστων δι᾿ ἀπείρου σοφίας ἐκτυλισσομένη καὶ πρὸς τὰ μέγιστα καταλήγουσα, ἀποβαίνει τῷ φιλοσόφῳ ἀπειροβάθμιος κλῖμαξ, ἣς ἡ κορυφὴ ἐν τῷ Οὐρανῷ, ἣν θαῤῥαλέῳ βήματι ἀναβαίνων ἀνέρχεται αὐτὴν ἀδιαλείπτως τὰς βαθμίδας ἀμείβων, καὶ μόνον πρὸς οὐρανὸν ἀτενίζων αἴρεται ὁλονὲν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀποδυόμενος τὸν περιττὸν γήινον φόρτον, καὶ ζητεῖ νὰ ἀποβῇ πνεῦμα, ὅπως προσεγγίσῃ τῷ θείῳ πνεύματι, οὗτινος τὸν θρόνον τίθησιν ἐν Οὐρανῷ· ἐννοεῖ ὅτι μία ἀρχή, μία δύναμις, μία ἄπειρος σοφία, ἓν ὂν θεῖον ἀγαθὸν ἐγένετο ὁ δημιουργός της θαυμαστῆς ταύτης δημιουργίας. Ἡ κατανόησις τοῦ θείου ἐκ τῶν θείων αὐτοῦ ἰδιοτήτων γεννᾷ ἐν αὐτῷ τὸ συναίσθημα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς λατρείας· ἡ καρδία αὐτοῦ πληροῦται θείου τινὸς ἔρωτος καὶ θερμαίνεται ὑπὸ θείου πυρός· αἰσθάνεται, ὅτι ἐν αὐτῷ, κατοικεῖ μυστική τις δύναμις, ἕλκουσα αὐτὸν πρὸς τὸ θεῖον· ἡ ἰσχὺς αὐτῆς εἶναι ἀκατάληπτος ἀλλ᾿ ἰσχυρὰ ὡς δύναμις θεία· κυριεύει αὐτοῦ καὶ διευθύνει τάς τε πνευματικὰς αὐτοῦ καὶ σωματικὰς δυνάμεις κατὰ τὴν ἰδίαν βούλησιν· ἔχει βούλησιν ἑτέραν παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ αἰσθητικοῦ ἀνθρώπου· αὕτη ἐν αὐτῷ κρατεῖ καὶ εὐθύνει τὰ πάντα· περίεργον τὸ φαινόμενον· τί τοῦτο, ἐρωτᾷ, τὸ γεννηθὲν ἐν ἐμοί; τὶς ἡ σχέσις ἐμοῦ πρὸς τὸ θεῖον, πρὸς ὃ ἡ ἐν ἐμοὶ αὕτη δύναμις σπεύδει ἀκατάσχετος, πρὸς ὃ ζητεῖ νὰ προσπελάση, πρὸς ὃ τείνει νὰ ἀφομοιωθῆ; Πῶς ἡ φύσις ἡ ἐν ἐμοὶ ὑπετάγη τῇ ὑπερφυσικῇ ταύτη δυνάμει; πῶς δὲ ἐγὼ ὁ φυσικὸς ἄνθρωπος ἑκουσίως ὑποτάσσομαι τῇ ὑπερφυσικότητι; χαίρω δὲ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ὑποταγῇ μᾶλλον ἢ ἐπὶ τῇ φυσικῇ τῶν ὁρμῶν ἐλευθερία; τὶς λοιπὸν εἰμὶ ἐγὼ ὁ ἐκ τῆς γῆς προελθῶν καὶ τὸν οὐρανὸν ἐπιζητῶν; τὶς ἡ σχέσις τῆς γῆς πρὸς τὸν Οὐρανόν; τῶν αἰσθητῶν πρὸς τὰ ὑπὲρ αἴσθησιν; τὶς ἡ σχέσις ἡ ἐμὴ πρὸς τὸ θεῖον; διατὶ ἀγαπῶ αὐτό; διατὶ ἐπιποθῶ αὐτό; διατὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἐξομοιωθῶ πρὸς αὐτό; εἰμὶ λοιπὸν πνεῦμα; εἰμὶ λοιπὸν ὄν τι ὑπερφυσικόν; ἀλλ᾿ ἰδοὺ ἀποθνῄσκω καὶ ὁ τάφος καλύπτει τὸ ἄπνουν καὶ νεκρόν μου σῶμα· πῶς ὅμως o θάνατος ἀδυνατεῖ νὰ μὲ πείση ὅτι ἀποθνῄσκω εἰς τὸ παντελές; πῶς ἔτι ἐλπίζω ὅτι ζωὴ αἰώνιός μοι ἐπιφυλάσσεται; πόθεν ἡ πληροφορία αὕτη περὶ αἰωνίου ζωῆς; βλέπω ὅτι ἀποθνῄσκω, καὶ ὅμως πέποιθα ὅτι ζήσομαι εἰς αἰῶνα· ὁ βίος μου ἅπας τοῦτο μαρτυρεῖ· o βίος τῶν ἀνθρώπων ἁπάντων τοῦτο μαρτυρεῖ· οἱ ἄνθρωποι ζῶσι διὰ τὴν αἰωνιότητα· ὁ ἄνθρωπος ἄρα ἔχει κοινὴν τὴν πληροφορίαν περὶ τῆς αἰωνιότητός του· ἡ ἐν αὐτῷ οἰκοῦσα θεία ἐκείνη δύναμις ἡ ἕλκουσα πρὸς τὸ θεῖον αὕτη περὶ τῆς ἀθανασίας καὶ αἰωνιότητός του ἐδίδαξεν αὐτόν· αὕτη μυστικῶς ἐπληροφόρησεν αὐτόν, τὸ δὲ κῦρος τοῦ λόγου αὐτῆς ἔπεισεν αὐτόν. Ἰδοὺ ὁ λόγος τῆς πίστεως αὐτοῦ πρὸς τὴν ἀθανασίαν. Εἶναι λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος ὂν ἀθάνατον, διότι νοεῖ τὸ θεῖον, διότι ἕλκεται πρὸς τὸ θεῖον, διότι ἀγαπᾷ τὸ θεῖον, διότι λατρεύει τὸ θεῖον, διότι πληροφορεῖται διὰ τῆς ἐν αὐτῷ μυστηριώδους δυνάμεως ὑπ᾿ αὐτοῦ τοῦ θείου.
Ὁ Ἕλλην λοιπὸν διὰ τῆς φιλοσοφίας ἐγνώρισε πρώτον τὴν ὕπαρξιν τοῦ θείου καὶ εἶτα ἑαυτόν, οἶος ἀληθῶς ἐστι· διὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ ἔσχε τελείαν ἑαυτοῦ γνῶσιν· γνωρίσας δὲ ἑαυτὸν ἔγνω τὴν σχέσιν αὐτοῦ πρὸς τὸ θεῖον, τὴν εὐγένειαν αὐτοῦ, καὶ ἔγνω ὅτι ἡ πρὸς τὸ θεῖον ἀφομοίωσις εἶναι τὸ πρώτιστον τῶν καθηκόντων. Ἔγνω δ᾿ ὅτι ἡ ἐν τῷ κόσμῳ ἀποστολὴ τοῦ εἶναι ἡ τελείωσις, ἡ ἀνύψωσις αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ὑλικοῦ κόσμου πρὸς τὸν πνευματικόν· ὅτι ὁ πνευματικὸς κόσμος δέον ἐστι νὰ ζωογονῇ τὸν ὑλικὸν κόσμον, ὅτι τὸ πνεῦμα ἀνάγκη νὰ ἐπικρατήση τῆς ὕλης, ὅτι οἱ πνευματικοὶ νόμοι δέον ἐστι νὰ ὦσιν ἰσχυρότεροι τῶν ἐν αὐτῷ φυσικῶν νόμων· ὅτι πρέπον ἐστὶν ἐν αὐτῷ νὰ ἐπικρατῶσιν οὗτοι ὡς λογικοί· ὅτι ὁ ἄνθρωπος γίνεται τέλειος ἀφομοιούμενος τῷ Θεῷ, καὶ ὅτι ἀφομοιοῦται πρὸς τὸ θεῖον ὅταν κοσμῆται ὑπὸ τῆς εὐσεβείας, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἐπιστήμης· διότι ἀληθῶς αἱ ἀρεταὶ αὔται κέκτηνται τελειωτικὴν ἐν αὐταῖς δύναμιν· διότι ἡ μὲν εὐσέβεια γίνεται προσπέλασις πρὸς τὸ θεῖον, ἡ δὲ δικαιοσύνη, ἡ ἀλήθεια, καὶ ἡ ἐπιστήμη, γίνονται αὐτῷ εἰς εἰκόνα καὶ ὁμοίωμα θεῖον.
Ὁ Ἕλλην γνωρίσας τὶς εἶναι καὶ τὶς ὀφείλει νὰ ἀποβῇ, σκοπὸν ἔθετο τὴν ἑαυτοῦ τελείωσιν· ἐγένετο ἐραστὴς τοῦ πνεύματος καὶ ἐδημιούργησε κόσμον πνευματικόν, ἐν ᾧ ἤθελε νὰ ζῇ· ἡ γνῶσις τοῦ καλοῦ, τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ ἀληθοῦς καὶ ἡ ἔμφυτος πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπη ἀνέπτυξεν ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ Ἕλληνος τὸν πόθον τῆς αὐτομεταδόσεως, καὶ ὁ Ἕλλην ἀπέβη διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος· ὁ Ἕλλην ἐζήτησε νὰ ἀφομοιώση τοὺς πάντας πρὸς ἑαυτόν· ὁ Ἕλλην δὲν ἐγεννήθη κατακτητὴς τοῦ σώματος, ἀλλὰ τοῦ πνεύματος, δὲν ἐζήτησε δούλους ἀλλ᾿ ἐλευθέρους. Τοῦτο ἠγάπησε καὶ ἡ θεία αὕτη ἀγάπη ἐγένετο τὸ ἐλατήριον ὅλων τῶν ὁρμῶν του· αὕτη ἐμόρφωσε καὶ τὸν ἐθνικὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα, ὅστις διέμεινεν ἀναλλοίωτος.
Τοιοῦτος ἐπλάσθη ὁ Ἕλλην καὶ τοιοῦτος διαμορφώθη ὁ ἠθικὸς αὐτοῦ χαρακτήρ. Ὁ τοιοῦτος χαρακτὴρ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐνθουσιασθῆ ἐκ τῶν ἀρχῶν τοῦ χριστιανισμοῦ. Ὁ χριστιανισμὸς ἣν ἀγάπη ἐπηγγέλλετο δὲ νὰ διδάξῃ τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἀλήθειαν ὑπὸ τὴν τελείαν καὶ πλήρη αὐτῆς μορφήν, ἐνισχύσῃ καὶ ἀνυψώσῃ τὴν φιλοσοφίαν εἰς τὴν ὑψίστην αὐτῆς περιωπήν, ἀποκαλύψῃ αὐτῇ τὰ μυστήρια τὰ κεκαλυμμένα μείναντα τῇ φιλοσοφίᾳ, παράσχῃ τὴν λύσιν τῶν αἰωνίων προβλημάτων, ἄρῃ τὴν ἀχλὺν τὴν περιβάλλουσαν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας τῶν ἀνθρώπων, ἐγείρῃ αὐτὸν καθεύδοντα, ἀπαλλάξῃ τῆς δεισιδαιμονίας, συνδέσῃ τὴν ἀνθρωπότητα διὰ τοῦ δεσμοῦ τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης, ἀγάγῃ πρὸς τὸν Θεόν, καὶ σώσῃ αὐτὸν τῆς καταδυναστείας τοῦ ἀντιπάλου, χαριζόμενος ἐν μὲν τῷ παρόντι βίῳ τὴν ἀληθῆ εὐδαιμονίαν, ἐν δὲ τῷ μέλλοντι τὴν αἰωνίαν μακαριότητα. Ὁ Ἕλλην ἀνευρῶν ἐν τῷ χριστιανισμῷ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ τελείου, τοῦ ἰδανικοῦ αὐτοῦ, καὶ τὸν μόνον διδάσκαλον τὸν δυνάμενον νὰ διδάξῃ αὐτὸν πᾶν ὅ,τι ἐπεθύμει νὰ γνωρίση, νὰ μάθῃ, καὶ ὅ,τι αὐτὸς ἐπόθει καὶ ἐπεζήτει, καὶ εὑρῶν αὐτὸν ἑρμηνευτὴν τῶν αἰσθημάτων αὐτοῦ, ἐνεκολπώθη αὐτὸν καὶ περιέθαλψεν. Ὁ χριστιανισμὸς ὡς πρῶτον δῶρον αὐτοῦ ἐδωρήσατο αὐτῷ νέαν ζωήν· ὁ δὲ Ἕλλην ὑπεστήριξεν αὐτὸν διὰ τῶν ἀγώνων καὶ τῶν αἱμάτων του.
Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἐποδηγέτει τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εἰς τὸν χριστιανισμόν· ὅτι δὲ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία τοιοῦτος ὑπῆρξε ποδηγέτης μαρτυρεῖ καὶ o ἱερὸς πατὴρ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς λέγων: «ἦν μὲν οὖν πρὸ τῆς τοῦ Κυρίου παρουσίας εἰς δικαιοσύνην Ἕλλησιν ἀναγκαία· νυνὶ δὲ χρησίμη πρὸς θεοσέβειαν γίνεται, προπαιδεία τις οὖσα τοῖς τὴν πίστιν δι᾿ ἀποδείξεως καρπουμένοις· ὅτι ὁ πούς σου φησὶν (Παροιμ.) οὐ μὴ προσκόψῃ, ἐπὶ τὴν πρόνοιαν τὰ καλὰ ἀναφέροντος ἐὰν τὲ ἑλληνικὰ ἢ, ἐὰν τὲ ἡμέτερα· πάντων γὰρ αἴτιος τῶν καλῶν ὁ Θεός, ἀλλὰ τῶν μὲν κατὰ προηγούμενον, ὡς τῆς τὲ διαθήκης τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας· τοῖς δὲ κατ᾿ ἐπακολούθημα, ὡς τῆς φιλοσοφίας· τάχα δὲ καὶ προηγουμένως τοῖς Ἕλλησιν ἐδόθη τότε πρὶν ἢ τὸν Κύριον καλέσαι καὶ τοὺς Ἕλληνας· ἐπαιδαγώγει γὰρ καὶ αὐτὸ τὸ Ἑλληνικόν, ὡς ὁ νόμος τοὺς Ἑβραίους εἰς Χριστόν.
Προπαρασκευάζει τοίνυν ἡ φιλοσοφία προοδοποιοῦσα τὸν ὑπὸ Χριστοῦ τελειούμενον... μία γὰρ ἡ τῆς ἀληθείας ὁδὸς ἀλλ᾿ εἰς αὐτὴν καθάπερ εἰς ἀέναον ποταμὸν ἐκρέουσι τὰ ῥεῖθρα ἄλλα ἄλλοθεν».
Καὶ αὖθις ὁ ἱερὸς πατὴρ λέγει περὶ τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας· «ἀλλ᾿ εἰ μὲν μὴ καταλαμβάνει ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία τὸ μέγεθος τῆς ἀληθείας, ἔτι δὲ ἐξασθενεῖ πράττειν τὰς κυριακὰς ἐντολάς, ἀλλ᾿ οὖν γὲ προκατασκευάζει τὴν ὁδὸν τῇ βασιλικωτάτῃ διδασκαλίᾳ, ἀμηγέπη σωφρονίζουσα, καὶ τὸ ἦθος προτυποῦσα καὶ προστύφουσα εἰς παραδοχὴν τῆς ἀληθείας».
Ὁ Κλήμης δέχεται ὅτι πᾶν ὅ,τι εἶπον ὑγιὲς οἱ φιλοσοφήσαντες, τοῦτο θείας οἰκονομίας ἦτο ἔργον. Ἰδοὺ τί λέγει·
»Εἰτ᾿ οὖν κατὰ περίπτωσιν φασὶν ἀποφθέγξασθαι τινὰ τῆς ἀληθοῦς φιλοσοφίας τοὺς Ἕλληνας, θείας οἰκονομίας ἡ περίπτωσις· οὐ γὰρ ταυτόματον ἐκθειάσει τις διὰ τὴν πρὸς ἡμᾶς φιλοτιμίαν, εἴτε κατὰ συντυχίαν, οὐκ ἀπρονόητος ἡ συντυχία· εἰτ᾿ αὖ φυσικὴν ἔννοιαν ἐσχηκέναι τοὺς Ἕλληνας λέγοι, τὸν τῆς φύσεως δημιουργὸν ἕνα γινώσκομεν, καθὸ καὶ τὴν δικαιοσύνην φυσικὴν εἰρήκαμεν κτλ.».
Ὁ Κλήμης ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἔργου τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας δεικνύει τίνι τρόπῳ αὕτη ἐποδηγέτει πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅτι ἔργον αὐτῆς καὶ ὁ κατὰ τοῦ ψεύδους πόλεμος· «προσιοῦσα δὲ ἡ φιλοσοφία ἡ Ἑλληνική, οὐ δυνατωτέραν ποιεῖ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ ἀδύνατον παρέχουσα τὴν κατ᾿ αὐτῆς σοφιστικὴν ἐπιχείρησιν, καὶ διακρουομένη τὰς δολερὰς κατὰ τῆς ἀληθείας ἐπιβουλάς, φραγμὸς οἰκείως εἴρηται καὶ θριγκὸς εἶναι τοῦ ἀμπελῶνος «
Ὅτι πᾶσα σοφία καὶ δὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἀπὸ Θεοῦ, μαρτυρεῖ καὶ ἡ Γραφὴ λέγουσα· «Ἀπέστειλεν ἡ σοφία τοὺς ἑαυτῆς δούλους συγκαλοῦσα μετὰ ὑψηλοῦ κηρύγματος ἐπὶ κρατῆρα οἴνου λέγουσα· ὃς ἐστὶν ἄφρων ἐκκλινάτω πρός με...».
Ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία εἶναι δῶρο Θεοῦ καὶ ὅτι πᾶσα σοφία ἀπὸ Θεοῦ ἐστίν, τοῦτο καὶ ἐν Παροιμίαις λέγεται καὶ ἐν τῷ Ἐκκλησιαστῇ καὶ ἐν τῷ σοφῷ Σειράχ. Ἐν Παροιμίαις κεφ. β´ 3-10 φέρονται τὰ ἑξῆς· «ἐὰν γὰρ τὴν σοφίαν ἐπικαλέση καὶ τῇ συνέσει δῶς φωνήν σου, τὴν δὲ αἴσθησιν ζητήσῃς μεγάλῃ τῇ φωνῇ, καὶ ἂν ζητήσῃς αὐτὴν ὡς ἀργύριον, καὶ ὡς θησαυροὺς ἐξερευνήσης αὐτήν, τότε συνήσεις φόβον Κυρίου καὶ ἐπίγνωσιν Θεοῦ εὑρήσεις· ὅτι Κύριος δίδωσιν σοφίαν, καὶ ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ γνῶσις καὶ σύνεσις· καὶ θησαυρίζει τοῖς κατορθοῦσι σωτηρίαν, ὑπερασπιεῖ τὴν πορείαν αὐτῶν τοῦ φυλάξαι ὁδοὺς δικαιωμάτων, καὶ ὁδοὺς εὐλαβουμένων αὐτὸν διαφυλάξει».
Ὁ Κλήμης παραβάλλει τὴν σοφίαν πρὸς τὸν ὑετόν, τοὺς δὲ φιλοσοφοῦντας πρὸς τὰς ποικίλας βοτάνας τῆς γῆς, αἴτινες καίτοι ὑπὸ τῶν αὐτῶν ποτίζονται ναμάτων, ἑκάστη ὅμως πρὸς τὴν ἰδίαν φύσιν τὸν χυμὸν μεταβάλλει. Ἰδοὺ οἱ λόγοι αὐτοῦ: «Καταφαίνεται τοίνυν προπαιδεία ἡ Ἑλληνική, σὺν καὶ αὐτῇ φιλοσοφία θεόθεν ἤκειν εἰς ἀνθρώπους, οὐ κατὰ προηγούμενον, ἀλλ᾿ ὃν τρόπον οἱ ὑετοὶ καταῤῥήγνυνται εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ εἰς τὴν κοπρίαν, καὶ ἐπὶ τὰ δωμάτια, βλαστάνει δ᾿ ὁμοίως καὶ πόα, καὶ πυρός, φύεται τὲ καὶ ἐπὶ τῶν μνημάτων συκῆ, καὶ εἰ τί τῶν ἀναιδεστέρων δένδρων· καὶ τὰ φυόμενα ἐν τύπῳ προκύπτει τῶν ἀληθῶν».
Ἐντεῦθεν δῆλον ὅτι ὁ Κλήμης δὲν παραδέχεται φιλοσοφίαν εἰμὴ τὴν ὑγιαίνουσαν. Τοῦτο δηλοῦται καὶ ἐκ τῶν ἐφεξῆς.
«Οὐ μὴν ἁπλῶς πᾶσαν φιλοσοφίαν ἀποδεχόμεθα, λέγει» ἀλλ᾿ ἐκείνην περὶ ἣς καὶ ὁ παρὰ Πλάτωνι λέγει Σωκράτης. Εἰσὶ γὰρ δή, ὡς φασί, περὶ τὰς τελετάς, ναρθηκοφόροι μὲν πολλοὶ Βάκχοι δὲ παύροι· πολλοὺς μὲν τοὺς κλητούς, ὀλίγους δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς αἰνιττόμενος· ἐπιφέρει γοῦν σαφῶς. Οὗτοι δὲ εἰσὶ κατὰ τὴν ἐμὴν δόξαν, οὐκ ἄλλοι ἢ οἱ πεφιλοσοφηκότες ὀρθῶς· ὧν δὴ κἀγὼ, κατὰ γὲ τὸ δυνατόν, οὐδὲν ἀπέλιπον ἐν τῷ βίῳ, ἀλλὰ παντὶ τρόπῳ προυθυμήθην καὶ τί ἠνύσαμεν ἐκεῖσε ἐλθόντες, τὸ σαφὲς εἰσόμεθα, ἐὰν ὁ Θεὸς θέλῃ, ὀλίγον ὕστερον.
Ὁ Κλήμης διακρίνει τὴν ἀληθῆ φιλοσοφίαν τῆς σοφιστείας καὶ τὰ καλῶς παρ᾿ αὐτῆς εἰρημένα τῶν μὴ καλῶς εἰρημένων· τοῦτο δείκνυται καὶ ἐκ τῶν ἑξῆς. «Φιλοσοφίαν οὐ τὴν Στωικὴν λέγω, οὐδὲ τὴν Πλατωνικήν, ἢ τὴν Ἐπικούρειον τὲ καὶ Ἀριστοτελικήν· ἀλλ᾿ ὅσα εἴρηται παρ᾿ ἑκάστη τῶν αἱρέσεων τούτων καλῶς, δικαιοσύνην μετ᾿ εὐσεβοῦς ἐπιστήμης ἐκδιδάσκοντα, τοῦτο σύμπαν τὸ ἐκλεκτικὸν φιλοσοφίαν φημί· ὅσα δὲ ἀνθρωπίνων λογισμῶν ἀποτεμόμενοι παρεχάραξαν, ταῦτα οὐκ ἂν ποτὲ θεία εἴποιμ᾿ ἄν».
Ὁ Ἱερὸς Κλήμης τὴν φιλοσοφίαν ταύτην ὡς ὑγιῆ θεωρεῖ ἀνωτέραν παντὸς ψόγου· διὸ ἵνα προλάβῃ πάντα κατ᾿ αὐτῆς ψόγον ἐκ τῆς παρερμηνείας χωρίων τινῶν τῆς Ἱερᾶς Γραφῆς ἑρμηνεύει ταῦτα καὶ λέγει. «Ὅταν ἡ Γραφὴ λέγῃ περὶ τῶν Ἑλλήνων σοφῶν φίλαυτοι καὶ ἀλαζόνες», σοφοὺς λέγουσα ἡ Γραφή, οὐ τοὺς ὄντως σοφοὺς διαβάλλει, ἀλλὰ τοὺς δοκήσει σοφούς. Κατὰ τούτων φησίν, ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω».
Ὁ Κλήμης ἐπὶ τοσοῦτον προβαίνει ἐν τῇ θεωρίᾳ αὐτοῦ ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ πᾶσα σοφία καὶ ὅτι ἡ θεία σοφία ἐφώτιζε καὶ ἐποδηγέτει τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, ὥστε φρονεῖ, ὅτι τὰ ἱερὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μετεφράσθησαν κατὰ θείαν πρόνοιαν Ἑλληνιστί, καὶ τὰ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐγράφησαν Ἑλληνιστί, ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος τὸ διὰ τῆς φυσικῆς θεογνωσίας εἰς τὴν εὕρεσιν τῆς ἀληθείας προδηγετηθέν, γνωρίση καὶ τὴν δι᾿ ἀποκαλύψεως γνωσθεῖσαν τοῖς ἀνθρώποις ἀλήθειαν καὶ δι᾿ ἀμφοτέρων ὁδηγηθῆ πρὸς τὴν ὑψίστην ἀλήθειαν.
Ἰδοὺ ὁ Κλήμης τί λέγει περὶ τῆς ἑρμηνείας τῶν Ἱερῶν Γραφῶν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ φωνῇ:
«Διὰ τοῦτο γὰρ Ἑλλήνων φωνῇ ἑρμηνεύθησαν αἱ Γραφαὶ ὡς μὴ πρόφασιν ἀγνοίας προβάλλεσθαι δυνηθῆναι ποτὲ αὐτούς, οἴους τὲ ὄντας ἐπακοῦσαι καὶ τῶν παρ᾿ ἡμῖν, ἣν μόνον ἐθελήσωσιν».
Ἐκ τούτων δηλοῦται ὅτι ὁ Κλήμης δέχεται θείαν πρόνοιαν προνοοῦσαν ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων ὅπως γνωρίσωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ μὴ δι᾿ ἄγνοιαν τῆς Ἑβραϊκῆς γλώσσης ἁγνοήσωσι τὴν ἀποκαλυφθεῖσαν ἀλήθειαν καὶ πλανηθῶσι τῆς εὐθείας της ἀγούσης εἰς τὴν ἑαυτῶν ἀποστολήν. Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην καὶ ἡμεῖς συντασσόμεθα· καὶ ἀληθῶς, δύναταί τις νὰ ἐρωτήση· διατὶ Ἑλληνιστὶ νὰ γραφῶσιν αἱ Γραφαὶ καὶ οὐχὶ Ῥωμαϊστί; ἢ ἐν ἄλλῃ τινὶ γλώσσῃ; Ἡ θεία πρόνοια ὑπὲρ αὐτοῦ πάντως ἔσχε λόγον τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἑλλην. ἔθνους ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεώς του διὰ τὸν χριστιανισμόν. Πάντως τὸ Ἑλλην. ἔθνος εἶχε κληθῆ ἵνα ἐργασθῇ ὑπὲρ τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἡ ὑπὲρ αὐτοῦ πρόνοια πρὸς γνῶσιν τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας διὰ τὲ τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς Ἀποκαλύψεως· ἤδη δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ φιλοσοφία ἐποδηγέτει τὸ Ἑλληνικὸν εἰς Χριστὸν ὅπως ἀναδείξῃ αὐτὸ κατάλληλον ὄργανον πρὸς διάδοσιν τῶν θείων αὐτοῦ ἀρχῶν.
Καὶ τοιαύτη ἡ ἐμὴ πεποίθησις. Ἐπειδὴ ὅμως ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχωσι τινὲς φρονοῦντες ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς ἰσχύος τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας καὶ τὸ τέλος καὶ ὁ σκοπὸς τῶν ἐνεργειῶν τοῦ πνευματικοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου ἐν ᾧ ἡ πλήρωσις τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸ πλήρωμα τῶν ἐγκαρδίων αὐτοῦ πόθων, τὸ φέρον τὴν εὐδαιμονίαν καὶ τὴν μακαριότητα, ἐπιχειροῦμεν διὰ βραχέων νὰ ὑποδείξωμεν τοὺς λόγους δι᾿ οὓς ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία δὲν ἠδύνατο νὰ ᾗ σκοπός, ἀλλὰ συναίτιον αἴτιον καὶ ποδηγέτης πρὸς τὸν σκοπόν.
Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ Ἱερὸς Κλήμης ἰδοὺ τί λέγει:
«Ἡ φιλοσοφία ζήτησις οὖσα τῆς ἀληθείας πρὸς κατάληψιν τῆς ἀληθείας, συλλαμβάνεται οὐκ αἰτία οὖσα καταλήψεως, ἀλλὰ σὺν τοῖς ἄλλοις (αἰτίοις) αἰτία καὶ συνεργός, τάχα δὲ καὶ συναίτιον αἴτιον· ὡς δὲ ἑνὸς ὄντος τοῦ εὐδαιμονεῖν αἰτίαι τυγχάνουσιν αἱ ἀρεταί, πλείονες ὑπάρχουσαι... οὕτω μιᾶς οὔσης τῆς ἀληθείας πολλὰ τὰ συλλαμβανόμενα πρὸς ζήτησιν αὐτῆς».
Ἀληθῶς ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἦτο συναίτιον αἴτιον καὶ συνεργὸς καὶ αἰτία καταλήξεως τῆς ἀληθείας, οὐχὶ δὲ αὐτὴ ἡ ἀλήθεια, ἥτις ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ τὸ τέρμα τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τὸ τέλος καὶ ὁ σκοπὸς τῆς δράσεως αὐτῆς. Ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ ἀνθρώπου ἐναπελείπετο πάντοτε τι κενόν, ὅπερ ἡ φιλοσοφία ἠδυνάτει νὰ πληρώση· ἡ φιλοσοφία οὐ μόνον δὲν ἐγίνετο πληρωτικὴ τοῦ κενοῦ της καρδίας, ἀλλὰ μᾶλλον ἐμεγέθυνε αὐτὸ ἀνευρίσκουσα μὲν τὸν Θεὸν ἐν τοῖς δημιουργήμασι καὶ ἀναπτύσσουσα ἐν τῇ καρδίᾳ τὸν πρὸς αὐτὸν ἔρωτα, ἀδυνατοῦσα ὅμως νὰ προσπελάση αὐτῷ καὶ ἐγκολπωθῆ αὐτόν· ἡ φιλοσοφία, λέγει ὁ Κλήμης, ἔβλεπε τὴν εἰκόνα τῆς ἀληθείας ὡς ἐν ἐσόπτρῳ ὡς φαντασία καθορᾶται ἐν τοῖς ὕδασιν, καὶ διὰ διαφανῶν καὶ διαυγῶν σωμάτων· ἡ ἀνθρωπότης ὅμως ἤθελε νὰ ἴδῃ καθαρῶς, ἐπεζήτει τὴν μετὰ τοῦ θείου ἕνωσιν· ἡ δὲ φιλοσοφία ἠννόει μὲν τὸν Θεὸν ἐκ τῶν θείων αὐτοῦ ἰδιοτήτων, συνησθάνετο τὸ ἄπειρον αὐτοῦ μεγαλεῖον, ἀλλ᾿ ἔβλεπεν αὐτὸν ὡς ἐν εἰκόνι, ἠδυνάτει δὲ νὰ ἑνώση τὸν ἄνθρωπόν μετὰ τοῦ θείου. Ἡ διὰ τῆς φιλοσοφίας νόησις τῶν θείων ἰδιοτήτων ἐδίδαξεν τὸν ἄνθρωπον τὰς ἠθικὰς ἀρετὰς ὅπως δι᾿ αὐτῶν ἀφομοιωθῆ πρὸς τὸ θεῖον· ἀλλ᾿ ἡ διδασκαλία μόνη ἠδυνάτει νὰ ἀνυψώση τὸν ἄνθρωπον μέχρι τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ πρὸς ὃν ἐπεθύμει νὰ φθάση ἵνα ἴδῃ αὐτὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἠδυνάτει, διότι ἠδυνάτει νὰ ἄρη τὸ μεσότειχον τὸ ἀνεγερθὲν ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων· ἠδυνάτει, διότι ἠδυνάτει νὰ διαπλάση τὸν ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας διαφθαρέντα ἄνθρωπον στερουμένη θείας διαπλαστικῆς δυνάμεως· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο θείου κύρους· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο πίστεως πληροφορούσης μυστικῶς τὴν καρδίαν πρὸς ἀποδοχὴν τῆς διδασκαλίας ἄνευ ἐπιφυλάξεως· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο ἐλπίδος ἀϊδίου, ἀμειώτου, καθαρᾶς παντὸς φόβου, πάσης μεταμελείας, ἐλπίδος ἐχούσης ἐν ἑαυτῇ τὸ πλήρωμα τῆς εὐδαιμονίας· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο δυνάμεως πρὸς ἀνακούφισιν τῶν καρδιῶν τῆς πασχούσης ἀνθρωπότητος· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο τῆς ἰσχύος τῆς Χριστιανικῆς ἀγάπης τῆς ἀμειβομένης ὑπὸ τῆς θείας ἀγάπης τῆς δαψιλευούσης τὴν εὐδαιμονίαν καὶ μακαριότητα· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο πίστεως πληροφορούσης τὴν καρδίαν τῶν ὀπαδῶν αὐτῆς περὶ τῆς ἀπολύτου ἀληθείας τῶν ἑαυτῆς ἀρχῶν· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο θείας δυνάμεως ἐλκούσης τὴν ἀνθρωπότητα εἰς ἑαυτήν· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο δυνάμεως πειθούσης ἔν τε τοῖς λόγοις καὶ τοῖς ἔργοις· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο τῆς μεγαλουργοῦ δυνάμεως τῆς ἐκθαμβούσης καὶ καταπληττούσης· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο τῶν ἐκ τῶν ἄνωθεν μαρτυρίων πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθείας τῶν ἑαυτῆς λόγων· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο θείων χαρισμάτων δαψιλευομένων τοῖς ὀπαδοῖς ὑπὸ τοῦ οὐρανοῦ· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο τῶν καρπῶν τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος· ἠδυνάτει, διότι ἐστερεῖτο ἁγιασμοῦ καὶ τῆς μεταδοτικῆς τούτου δυνάμεως· ἠδυνάτει τέλος, διότι ἐστερεῖτο θείας ἀποκαλύψεως καὶ θρησκευτικοῦ κύρους ἐπαναπαύοντος τὰς καρδίας τῶν ὀπαδῶν αὐτῆς. Τούτων δὲ ἁπάντων ἐδέετο ἡ ἀνθρωπότης ὅπως πεισθῆ, ὅπως βαδίση τὴν εὐθεῖαν ὁδόν, ἀποστῇ τῆς πλάνης, ἀναπλασθῆ, καὶ τύχῃ τῆς μακαριότητος· ἡ ἔνδεια αὕτη τῆς φιλοσοφίας καθίστα αὐτὴν ἀνίσχυρον ἵνα ἀποβῇ ὁ σκοπὸς καὶ τὸ τέλος τοῦ πνευματικοῦ του ἀνθρώπου βίου· ἐντεῦθεν ἡ πεποίθησις ἡμῶν ὅτι ἡ φιλοσοφία ἐγένετο παιδαγωγὸς εἰς τὸν Χριστιανισμὸν ἐν ᾧ εὑρίσκετο τὸ πλήρωμα τῶν ἐλλείψεων τῆς φιλοσοφίας, καὶ ἡ τελεία ἱκανοποίησις τῶν πόθων τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου καὶ οὐχὶ σκοπὸς καὶ τελικὸν ὅριον.
Ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ τελικὸν ὅριον τοῦ πνευματικοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸ πλήρωμα τῶν πόθων τῆς καρδίας αὐτοῦ δείκνυται καὶ ἐκ τῆς ἀδυναμίας ὅπως λύση καὶ τὰ ἑξῆς τρία σπουδαιότατα ζητήματα τὰ ἀπασχολήσαντα ἀπ᾿ αἰώνων τὸ πνεῦμα τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ πείση αὐτὴν ἀδιστάκτως περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἑαυτῆς λόγων. Ἡ ἀνθρωπότης ἐπεθύμει νὰ γνωρίση καὶ πιστεύση τὸν ἀληθῆ Θεόν, διότι ἠσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ προσπελάση αὐτῷ· ἐπεθύμει νὰ γνωρίση καὶ πεισθῆ περὶ τῆς ἀξίας ἑαυτοῦ καὶ τῆς σχέσεως αὐτοῦ πρὸς τὸ θεῖον· καὶ τρίτον ἐπεθύμει νὰ γνωρίση τὰ περὶ τῆς αἰωνιότητός του. Ἡ φιλοσοφία ἠδύνατο νὰ ἀγάγῃ τοὺς φιλοσοφοῦντας πρὸς τὴν ἀλήθειαν ὡς καὶ νὰ φανερώση αὐτοῖς τὴν εἰκόνα τῆς ἀληθείας ὡς ἐν ἐσόπτρῳ καὶ διὰ σωμάτων διαυγῶν καὶ διαφανῶν, ἀλλ᾿ ἠδυνάτει διδάσκουσα περὶ αὐτῶν νὰ πείση, καὶ ἄρη τὸ βάρος τὸ ἐπιβαρῦνον τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων· πρὸς τὰ ζητήματα ταῦτα συνεδέετο ἅπας ὁ ἠθικὸς καὶ πνευματικὸς βίος τοῦ ἀνθρώπου, πᾶσα ἡ ἐν τῷ βίῳ αὐτοῦ δρᾶσις. Ὁ ἄνθρωπος ἐπεθύμει νὰ πληροφορηθῇ καὶ βεβαιωθῇ ὅπως κανονίσῃ τὸν ἠθικὸν αὐτοῦ βίον· διότι οὐδεὶς ἐπὶ ἀβεβαίων καὶ σαλευομένων ἀρχῶν, ἀρχῶν μάλιστα στερουμένων θείου κύρους οἰκοδομεῖ στεῤῥῶς τὸν ἑαυτοῦ ἠθικὸν βίον· ἡ φιλοσοφία ἐδίδαξεν ὑγιεῖς θεωρίας, ἀλλ᾿ οὐδεὶς ἐπείσθη νὰ κανονίσῃ τὸν ἑαυτοῦ βίον πρὸς τὰς καλὰς θεωρίας διὰ τὴν ἔλλειψιν θείου κύρους καὶ ἐνδομύχου πληροφορίας· o ἄνθρωπος ἐπεζήτει πληροφορίας ἐζήτει τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τῆς διδασκαλίας τῆς φιλοσοφίας· ἡ δὲ ἀπόδειξις ἔλειπεν. Ἡ ἀπαίτησις αὕτη, ἀπαίτησις τοῦ πνεύματος καὶ τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου, οὖσα τὸ προοίμιον τῆς συγκαταθέσεως τῆς καρδίας καὶ τοῦ νοῦ πρὸς ἄσκησιν ἠθικοῦ βίου, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ μέσον πρὸς κατόρθωσιν, διότι ἀπητοῦντο πάντα, ὅσα ἀνωτέρω ἐδείξαμεν, ὑπῆρξεν ὁ σκόπελος πρὸς ὃν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἅμα ἀναγομένη πλησίστιος καὶ ἐναυάγει προσαράσσουσα ἡ φιλοσοφία. Ἡ ὑπὸ τῆς ἱστορίας μαρτυρουμένη ἀδυναμία καὶ ἀνικανότης πρὸς ἠθικοποίησιν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀκορέστων πόθων τῆς καρδίας καὶ τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ νοῦ, δεικνύει τὸ ἀνεπαρκές της φιλοσοφίας πρὸς τὸ μέγα ἔργον τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς διαπλάσεως τῆς ἀνθρωπότητος. Ἡ ἀνθρωπότης ἐζήτει θείαν ἀποκάλυψιν ὅπως μάθη τὴν ἀλήθειαν καὶ βεβαιωθῆ καὶ πεισθῆ· ἡ ἀνθρωπότης ἐδεῖτο θείου διαπλάστου· ἡ δὲ φιλοσοφία ἐστερεῖτο τούτων. Ἡ ἀνθρωπότης εὖρεν ταῦτα ἐν τῷ χριστιανισμῷ πρὸς ὃν ἐποδηγέτει ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία· αὕτη ἡ ἐμὴ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ταπεινὴ γνώμη.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Ἰουνίου 1896.
Ὁ Πενταπόλεως ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

  



  Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280 - 284 μ.Χ. και μαρτύρησε επί των αυτοκρατόρων  Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 303 μ.Χ. ή το 305 μ.Χ. ή (το πιο πιθανό) το 306 μ.Χ.

Ο Δημήτριος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη. Σύντομα ανελίχθηκε στις βαθμίδες του Ρωμαϊκού στρατού με αποτέλεσμα σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλιάρχου. Ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού κάτω από τη διοίκηση του Τετράρχη (και έπειτα αυτοκράτορα) Γαλερίου Μαξιμιανού, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός, έγινε χριστιανός και φυλακίστηκε στην Θεσσαλονίκη το 303 μ.Χ., διότι αγνόησε το διάταγμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού «περί αρνήσεως του χριστιανισμού». Μάλιστα λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει κύκλο νέων προς μελέτη της Αγίας Γραφής.

Στη φυλακή ήταν και ένας νεαρός χριστιανός ο Νέστορας (βλέπε 
27 Οκτωβρίου), ο οποίος θα αντιμετώπιζε σε μονομαχία τον φοβερό μονομάχο της εποχής Λυαίο. Ο νεαρός χριστιανός πριν τη μονομαχία επισκέφθηκε τον Δημήτριο και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Άγιος Δημήτριος του έδωσε την ευχή του και το αποτέλεσμα ήταν ο Νέστορας να νικήσει το Λυαίο και να προκαλέσει την οργή του αυτοκράτορα. Διατάχθηκε τότε να θανατωθούν και οι δύο, Νέστορας και Δημήτριος. 

Οι συγγραφείς εγκωμίων του Αγίου Δημητρίου, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Δημήτριος Χρυσολωράς, αναφέρουν ότι το σώμα του Αγίου ετάφη στον τόπο του μαρτυρίου, ο δε τάφος μετεβλήθη σε βαθύ φρέαρ που ανέβλυζε μύρο, εξ ου και η προσωνυμία του Μυροβλήτου.

Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος τιμάται ως πολιούχος Άγιος της Θεσσαλονίκης.

Ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου είναι και το εξής. Το 1823 μ.Χ. οι Τούρκοι που ήταν αμπαρωμένοι στην Ακρόπολη της Αθήνας ετοίμαζαν τα πυρομαχικά τους για να χτυπήσουν με τα κανόνια τους, τους Έλληνες που βρισκόντουσαν στον ναό του Αγίου Δημητρίου, μα ο Άγιος Δημήτριος έκανε το θαύμα του για να σωθούν οι Χριστιανοί και η πυρίτιδα έσκασε στα χέρια των Τούρκων καταστρέφοντας και τμήμα του μνημείου του Παρθενώνα. Για να θυμούνται αυτό το θαύμα, ο ναός λέγεται από τότε Άγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης, από την λουμπάρδα δηλαδή το κανόνι των Τούρκων που καταστράφηκε.

Ο Άγιος Δημήτριος στην εικόνα του δε σκοτώνει το βάρβαρο παλαιστή Λυαίο (όπως εσφαλμένα έχει γραφτεί), αλλά τον πολεμοχαρή τσάρο των Βουλγάρων Ιωαννίτζη, που οι Βυζαντινοί τον αποκαλούσαν "Σκυλογιάννη", ενώ ήταν έτοιμος να επιτεθεί στη Θεσσαλονίκη το 1206 ή 7. 
Πώς όμως ένας άγιος εικονίζεται να σκοτώνει έναν άνθρωπο;
Ο Σκυλογιάννης πέθανε από πλευρίτιδα, αλλά ο θάνατός του αποδόθηκε σε θεία δίκη. Σε ιστορικό κείμενο (Σταυράκιος) αναφέρεται όραμα, όπου ο άγιος εμφανίστηκε να ρίχνει το κοντάρι του στο σκληρό πολιορκητή, για να σώσει το λαό της πόλης του. Δε σκότωσε λοιπόν με τα όπλα του ο άγιος το Σκυλογιάννη, αλλά ο θάνατός του από ασθένεια λίγο πριν χτυπήσει τη Θεσσαλονίκη αποδόθηκε σε θεία παρέμβαση, που σταμάτησε τους κατακτητικούς πολέμους του, με τη μεσιτεία του αγίου Δημητρίου προς το Θεό (συμβολικά, "τον κοντάρεψε").
Το παράδοξο είναι ότι το βουλγαρικό έθνος τίμησε τρομερά τον άγιο, τον θεώρησε προστάτη του, εμψυχωτή του κατά την τουρκοκρατία, και μάλιστα βουλγαρική βιογραφία του αναφέρει, κάνοντας αναχρονισμό, πως ο πατέρας του ήταν Βούλγαρος. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για το πώς οι Βούλγαροι έβλεπαν το Σκυλογιάννη - τίμησαν και "βουλγαροποίησαν" (οικειοποιήθηκαν) τον άγιο που, κατά τους Βυζαντινούς, έβαλε τέρμα στη βασιλεία του δικού τους βασιλιά.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’.
Μέγαν εὕρατο ἐv τοῖς κιvδύvοις, σὲ ὑπέρμαχοv, ἡ οἰκουμένη, Ἀθλοφόρε τὰ ἔθνη τροπούμενον. Ὡς οὖν Λυαίου καθεῖλες τὴν ἔπαρσιν, ἐν τῷ σταδίῳ θαῤῥύvας τὸν Νέστορα, οὕτως Ἅγιε, Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τοῖς τῶv ἰαμάτωv σου ῥείθροις Δημήτριε, τὴv Ἐκκλησίαν Θεὸς ἐπορφύρωσεv, ὁ δούς σοι τὸ κράτος ἀήττητοv, καὶ περιέπωv τὴν πόλιv σου ἄτρωτοv· αὐτῆς γὰρ ὑπάρχεις τὸ στήριγμα.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λογον.
Εὐσεβείας τοῖς τρόποις καταπλουτῶν, ἀσεβείας τὴν πλάνην καταβαλών, Μάρτυς κατεπάτησας, τῶν τυράννων τὰ θράση, καὶ τῷ θείῳ πόθῳ, τὸν νοῦν πυρπολούμενος, τῶν εἰδώλων τὴν πλάνην, εἰς χάος ἐβύθισας· ὅθεν ἐπαξίως, ἀμοιβὴν τῶν ἀγώνων, ἐδέξω τὰ θαύματα, καὶ πηγάζεις ἰάματα, Ἀθλοφόρε Δημήτριε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ἕτερον Κάθισμα
Βασιλεῖ τῶν αἰώνων εὐαρεστῶν, βασιλέως ἀνόμου πᾶσαν βουλήν, ἐξέκλινας Ἔνδοξε, καὶ γλυπτοῖς οὐκ ἐπέθυσας· διὰ τοῦτο θῦμα, σαυτὸν προσενήνοχας, τῷ τυθέντι Λόγῳ ἀθλήσας στερρότατα· ὅθεν καὶ τῇ λόγχῃ, τὴν πλευρὰν ἐξωρύχθης, τὰ πάθη ἰώμενος, τῶν πιστῶς προσιόντων σοι, Ἀθλοφόρε Δημήτριε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον
Τὸν μέγαν ὁπλίτην καὶ ἀθλητήν, τὸν στεφανηφόρον, καὶ ἐν μάρτυσι θαυμαστόν, τὸν λόγχῃ τρωθέντα, πλευρὰν ὡς ὁ δεσπότης, Δημήτριον τὸν θεῖον ὕμνοις τιμήσωμεν.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Φύλαττε τοὺς δούλους σου ἀθλητά, μάρτυς μυροβλύτα τοὺς ὑμνοῦντάς σε εὐσεβῶς, καὶ ρῦσαι κινδύνων καὶ πάσης ἄλλης βλάβης, Δημήτριε τρισμάκαρ ταῖς ἱκεσίαις σου.






Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΗΛΟΥ ΣΤΗ ΘΑΣΟ

  





     Στις νότιες ακτές του πανάρχαιου Νησιού του πολιτισμού Θάσος, στο «Πράσινο Διαμάντι της Μακεδονίας», σε εκατοντάδες μέτρα ύψος πάνω από την θάλασσα, χτισμένη σε απόκρημνα βράχια, με θέα τον καταγάλανο Ελληνικό ουρανό και το απέραντο πέλαγος, απέναντι από τις ανατολικές ακτές του Αγίου όρους, Δεσπόζει αγέρωχη και επιβλητική η Ιερά Μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Η ευλογημένη ευφορία και τα συναισθήματα χαράς και αγαλλίασης, σε αυτήν την παραδεισένια γη, προσφέρονται απλόχερα στον προσκυνητή χάρη στην Πνευματική Λάμψη του Αρχιστρατήγου των Αγγέλων Μιχαήλ, στην Θεραπευτική και Ζωοποιώ Χάρη του Τιμίου Ήλου της Δεξιάς Χείρας του Χριστού που φυλάσσεται εκεί, στις προσευχές του Οσίου Λουκά που ασκήτεψε και Αγίασε στον αγιασμένο τόπο ετούτο και στην Ιαματική Χάρη της πηγής του Αγιάσματος «Γοναταίς» δωρεά του Αρχαγγέλου για τους ευλαβούντες Αυτόν.





ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ    ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΡΧΙΣΤΡΑΤΗΓΟΥ  ΜΙΧΑΗΛ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΗΛΟΥ ΣΤΗ ΘΑΣΟ


                         
Πρίν απο 900 περίπου χρόνια (δηλαδή γύρω στα 1090 από τη Γέννηση του Χριστού ) εδώ στο καταπράσινο νησί της Θάσου έζησε και ασκήτευσε ένας άγιος άνθρωπος,που λεγόταν Λουκάς.
 Δεκατέσσερα χρόνια περίπου πέρασε με άσκηση και προσευχή στην περιοχή του Θεολόγου,όπου και έχτισε μικρό εκκλησάκι προς τιμή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου,του Αποστόλου και Ευαγγελιστού.Μάλιστα απο τότε,απο το όνομα της εκκλησίας, ονομάσθηκε και το χωριό Θεολόγος.
  Φίλος της ερημικής και ησυχαστικής ζωής όντας ο Όσιος Λουκάς, άρχισε να ενοχλείται απο τις επαφές του με τον κόσμο στο Θεολόγο κι αναζητώντας ερημικώτερους τόπους, για να βρίσκεται μόνος με το «Μόνο Θεό» κατέβηκε στις σπηλιές της «Βαθειάς Ποταμίας»- έτσι λεγόταν ο τόπος αυτός, όπου είναι τώρα το Μοναστήρι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ – και συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή εκεί, για άλλα είκοσι χρόνια.Μέσα σε αυτή την ερημιά του τόπου, πάνω σε απόκρημνους βράχους έζησε με ποκίλες ασκήσεις, πειρασμούς και πολλή προσευχή.
  Είχαν περάσει δεκαεφτά χρόνια, από τότε, που εγκαταστάθηκε εδω, όταν κάποια μέρα, εκεί που προσευχόταν, βλέπει μπροστά του τον Αρχιστράτηγο των Αγγέλων Μιχαήλ, με άρρητη λάμψη, να του λέει: «Ειρήνη σοι». Φοβήθηκε ο Όσιος απο το παράδοξο θέαμα και την αστραπόμορφη όψη του Αρχαγγέλου κι άρχισε να κράζει: «Παναγία Θεοτόκε βοήθει μοι»
  Τότε ο Αρχάγγελος για να τον ενθαρρύνη και να τον πείση ότι δεν είναι φάντασμα πειρασμικό, όπως ο όσιος νόμισε, αλλά αυτός  ο Αρχιστράτηγος του Θεού Μιχαήλ, του λέει: «Με έστειλε ο Κύριος να σου πω, ότι μετά απο τρία χρόνια θα παραλάβει ειρηνικά το πνεύμα σου στν αιώνια ανάπαυση των αγίων».
  Με τα λόγια τούτα φοβήθηκε ακόμη περισσότερο ο Όσιος και νομίζοντας ακόμη, ότι πρόκειτε για φανατασία διαβολική, έπεσε μπρούμυτα και φώναζε συνεχώς το «Κύριε ελέησον».
  Και πάλιν ο Αρχάγγελος για να του πάρει τον φόβο, του φάνηκε, ότι χτύπησε με ένα ραβδί, μία πέτρα, που ήταν εκεί κοντά λέγοντας «Εν ονόματι του Πατρός του Υιού και του Αγίου πνεύματος. Αμήν».Και αμέσως ανέβλυσε νερό απο εκείνη τη στεγνή μέχρι τοτε πέτρα. Βλέποντας ο Όσιος το θαύμα, παίρνει θάρρος, πιστεύει στην παρουσία του Αρχαγγέλου και με δάκρυα ψυχής ζητεί συγχώρεση για την πρότερη ολιγοπιστία του, που δεν ήταν ολότελα αβάσιμη, γιατί μέχρι τότε πολλές φορές ο διάβολος δοκίμασε να τον απατήσει με πολλές και ποικίλες φαντασίες. Τότε ο Αρχάγγελος του λέει: «Πάρε και πιές απο αυτό το νερό και να μη φοβάσαι απο εδώ και πέρα τις δαιμονικές φαντασίες, αλλα κτίσε εδώ δικό μου ναό, όπου θα ωφελούνται οι άνθρωποι ψυχικά και θα θεραπεύωνται οι ασθενείς εις αιώνας». Με τα τελευταία αυτά λόγια ο Αρχάγγελος έγινε άφαντος, και αφήνοντας τον Όσιο Γέροντα γε,άπο απο χαρά, θάρρος, αγαλλίαση και ευχαριστία στον Πανάγαθο Θεό.



   Με πολλή προθυμία υπάκουσε στο Θείο Πρόσταγμα και έχτισε κατά τη δύναμη του μικρό εκκλησάκι στο όνομα του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, όπου συμπεριέλαβε και την πηγή του αγιάσματος . Τόυτη η εκκλησία έγινε καταφύγιο σε όλους τους «κοπιόντας και πεφορτισμένους» γιατί, όταν έφθανανμέχρις εδώ και έπιναν από το αγιασμένο εκείνο νερό και επλύνοντο, απολάμβαναν και την θεραπεία απο κάθε σωματική και ψυχική αρρώστεια.

 

  Έτσι διαδόθηκε η φήμη των θαυμάτων παντού, όχι μόνο στο Νησί, αλλά σε όλες τις γύρω και μακρινές περιοχές, απο όπου έφερναν τους αρρώστους με διάφορα πάθη και βάσαν και θεραπεύονταν.

 

  Ο Όσιος Λουκάς μετά τα όλα παραπάνω συμβάντα έζησε ακόμη τρία χρόνια μεσκληρούς αγώνες και μετά, συμφωνα με την πρόρρηση του Αρχαγγέλου «απήλθεν εν ειρήνη προς Κύριον». Τότε ο μαθητής και ο υποτακτικός του, που λεγόταν Ξενοφών, τον κήδευσε κατά τους μοναχικούς κανόνες κι επειδή δεν μπορούσε να υποφέρει τη μοναξιά και το τραχύ κι απαρηγόρητο της ερήμου αυτής περιοχής, έφυγε απο εδώ και πήγε απένανυι στο Άγιον Όρος, στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, όπου και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του.( Άξιωσημείωτο είναι, ότι η θέση του προσκυνήματος του Αρχαγγέλου Μιχαήλ είναι ακριβώς στο νοτιανατολικό άκρο του νησιού και έχει απέναντι το Άγιον Όρος. Μάλιστα, όταν είναι καθαρή η ατμόσφαιρα, πολλές φορές διακρίνονται ιδιαίτερα οι παραθαλλάσιες αγιορείτικες μονές).

 

  Τα χρόνια που συνέβει αυτό το θαύμα στον Όσιο Λουκά στη Θάσο, συμπίπτουν με τη βασιλεία του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Νικηφόρου Βοτανειάτη (1078-1081), που ήταν φιλομόναχος και ενίσχυε πολύ τα μοναστήρια του Αγίου Όρους. Μάλιστα τότε ανακαίνισε και την Ιερά Μονή Φιλοθέου, που βρισκόταν σε μεγάλη παρακμή και της αφιέρωσε πολλά κειμήλια, απο αυτά, που υπήρχαν στη Βασιλεύουσα. Μεταξύ των άλλων αφιέρωσε και ένα κομμάτι απο τον Τίμιο Ήλο, δηλαδή το Καρφί, που μπήκε στο Δεξί Χέρι του Χριστού, όταν σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας στο Φρικτό Γολγοθά.

 

  Πέρασαν χρόνια από τότε και ήλθε η φοβερή εκείνη ημέρα του 1453 της Αλώσεως της Κωσταντινουπόλεως από τους Τούρκους και στη συνέχεια όλης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Έτσι και η Θάσος με τη σειρά της δέχτηκε τη βαρειά δουλεία των βαρβάρων εξουσιαστών από τον ίδιο το Σουλτάν Μεχμέτ.

 

  Παρά την καταπίεση των κατακτητών, οι πιστοί συνέχιζαν να έρχονται με πολλή ευλάβεια στο Ναό του Αρχαγγέλου και στο Αγίασμα και να απολαμβάνουν καθημερινά τις ιάσεις και θαυματουργίες του Μεγαλοδύναμου Θεού μας.

 

  Βλέποντας οι βάρβαροι και κακότροποι Αγαρηνοί τη δόξα του προσκυνήματος, φθόνησαν και θέλησαν να θέσουν τέρμα στην ευλάβεια αυτή των πιστών και στα θαυμάσια του Αρχαγγέλου. Γι’ αυτό, τρείς απο αυτούς ήλθαν με πλοίο απο τη θάλασσα και ανέβηκαν πάνω στο Ναό. Ο πιο θρασύς απο αυτούς τόλμησε να μπεί μεσα στην εκκλησία και να μιάνει τη πηγή του Αγιάσματος, που έτρεχε μέσα εκεί για τόσα χρόνια. Τη στιγμή όμως εκείνη κεραυνοβολήθηκε από τον Αρχάγγελο και έπεσε πάνω στις πλάκες τις εκκλησίας, πτώμα νεκρό, άξια τιμωρημένο για την αναίσχυντη πράξη του. Αυτοστιγμεί όμως η πηγή του Αγιάσματος στέρεψε, εξαφανίστηκε από την εκκλησία και σαν να βυθίστηκε, από τότε ανέβλυσε κάτω στα βράχια σε μια σπηλιά κοντά στη θάλασσα. Οι άλλοι δύο τούρκοι φοβήθηκαν, κατέβηκαν τρέχοντας στη θάλασσα να σωθούν, μπήκαν στο πλοίο τους να διαφύγουν, αλλά δεν άργησαν και αυτοί να συντριβούν πάνω στους απότομους βράχους του γυαλού, απο τη μανιασμένη θάλλασα, που σαν όργανο της Θείας δίκης, τους ανταπέδωσε τη φοβερή τους πράξη. Συντρίμμια απο το καράβι και πτώματα επέπλεαν στα νερά της σαν δείγμα της τιμωρίας για την τόλμη και τη κακία τους.

 

  Την άλλη μέρα κάποιος ιερέας, που λεγόταν Δημήτριος, ήλθε να λειτουργήσει με μερικούς ασθενείς για την υγεία τους. Μπαίνοντας στο Ναό βλέπει το πτώμα του Αγαρηνού και τη πηγή του Αγιάσματος να έχει στερέψει. Μεγάλο φόβο και θλίψη ένοιωσαν όλοι τους αντικρύζοντας το ανεξήγητο θέαμα και ιδιαίτερα για τη στέρηση του Αγιάσματος. Επειδή ήταν απόγευμα, σύρθηκαν σε ένα μέρος απόκεντρο εκεί κοντά με πολλή αγωνία και λύπη, περιμένοντας να ξημερώσει η ημέρα για να φύγουν.

 

  Τη νύχτα εκείνη φαίνεται στον  ιερέα ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ και του λέει: «Πήγαινε στο Ναό μου και βγάλε έξω και ρίξε το μακρυά το ακάθαρτο εκείνο σώμα και πάρε τους αρρώστους να κατεβήτε κάτω στο γιαλό, στη θάλασσα και σε όποια σπηλιά δείτε φως,μπήτε και να λουσθούν εκεί οι ασθενείς και θα γίνουν καλά». Έτσι και έγινε. Ο ευλαβής ιερεύς,αφού έκανε αγρυπνία, προς τον Όρθρο, έβγαλε έξω απο την εκκλησία το ακάρθατο κατά την προσταγή του Αρχαγγέλου και μετά όλοι μαζί κατέβηκαν στη θάλασσα. Εκεί ψάχνοντας, βλέπουν σε ένα μικρό σπήλαιο φως λαμπρό και φοβισμένοι άρχισαν να φωνάζουν: «Κύριε ελέησον» και «Αρχιστράτηγε βοήθησον». Όταν πλησίασαν στο σπήλαιο, έπαυσε το φως και αισθάνθηκαν έντονη ευωδία. Επειδή δε ο τόπος του σπηλαίου ήταν στενός και μπήκαν γονατιστοί, όλο αυτό το μέρος πήρε το όνομα «Γοναταίς», γιατί όποιοι πήγαιναν στο Αγίασμα, έπρεπε να μπουν γονατιστοί. Αφού μπήκαν έτσι μέσα και λούσθηκαν οι άρρωστοι, κατά το λόγο του Αρχαγγέλου, θεραπεύτηκαν.

 

  Από τότε, όλοι αυτοί, που κατεβαίνουν στη σπηλιά του Αγιάσματος με ευλάβεια και πίστη, θεραπεύονται.

 

  Ο ιερεύς Δημήτριος αφού έμεινε εκείνη τη μέρα στο Ναό, τον καθάρισε, έκανε αγιασμό και λειτούργησε το άλλο πρωί.

 

Μετά τη λειτουργία κατέβηκαν όλοι στη θάλασσα για να βρούν τίποτε για ψάρεμα. Εκεί είδαν τα συντρίμμια του πλοίου και τα δύο πτώματα των ασεβών ριγμένα από τα κύματα στη παραλία. Έφυγαν φοβισμένοι και συγκινημένοι από τα θαυμάσια, που είδαν και έζησαν και τα διηγήθηκαν παντού προς δόξαν Θεού.

 


 

  Η Παρουσία και τα Θαύματα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στον τόπο αυτό είναι στενά συνδεδεμένη και με την ιστορία, του Τιμίου Ήλου, που αναφέραμε παραπάνω, ο Οποίος επίσης αποτελεί πηγή πολλής χάριτος και ιαμάτων σε αυτούς, που με πίστη και φόβο Τον προσκυνούν.

 

  Στους πρώτους χρόνους της δουλείας του Γένους μας από τους Τούρκους σε όλα τα Μοναστήρια είχαν επιβληθεί πολύ μεγάλοι φόροι, που ήταν πραγματική μάστγα. Μεταξύ των άλλων και το Μοναστήρι του Φιλοθέου στο Άγιον Όρος είχε φθάσει σε μεγάλη οικονομική ανέχεια και στέρηση και αυτών των αναγκαίων. Έτσι αποφάσισαν να στείλουν μια συνοδεία από τρείς μοναχούς με επικεφαλής, τον σεβασμιώτερο Ιερομόναχο Γαβριήλ, για συνδρομή στους ηγεμόνες της Βλαχίας, που πάντα βοηθούσαν πολύ το Άγιον Όρος.

 

  Οι μοναχοί πήραν μαζί τους και τα σπουδαιότερα άγια κειμήλια της Μονής για ευλογία και προσκύνηση. Μεταξύ των άλλων ήταν και μέρος του Τιμίου Ήλου (δηλαδή του Καρφιού που μπήκε στο Δεξί Χέρι του Χριστού), δώρο του Αυτοκράτορα Νικηφόρου Βοτεινιάτη – που το είχε αφιερώσει με Χρυσόβουλο στη Μονή – και μέρος του Αγίου Λειψάνου του Αγίου Παντελεήμονος.

 

  Έτσι η συνοδεία των μοναχών με πλοίο έπλεαν για τη Κωσταντινούπολη, όπου θα εφοδιάζονταν με Πατριαρχικά συστατικά Γράμματα για τους Ηγεμόνες των Παραδουνάβιων Χωρών και τους εκεί Αρχιερείς.

 

  Μόλις όμως είχαν πλεύσει πέντε μίλια, ένας δυνατός άνεμος τους έσπρωξε προς τη Θάσο και με πολλή βία τους έφερε στην περιοχή του Αρχαγγέλου, που ήταν και μετόχι της Μονής Φιλοθέου, στη «Βαθειά Ποταμιά». Νεκροί απο το φόβο και την ταλαιπωρία, έσειραν εκεί το πλοίο και ανέβηκαν στο Μετόχι τους λίγο να αναπαυθούν, μέχρι να κοπάσει η θαλασσοταραχή. Μάλιστα άναψαν και φωτιά έξω απο το Ναό και καθόντουσαν αμέριμνοι.

 

  Εκείνοι όμως τη νύχτα ήλθαν θαλασσοπειρατές, που λυμαίνονταν τι θάλασσες καταστρέφοντας ότι εύρισκαν μπροστά τους απο την απληστία τους για χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα. Όταν είδαν το πλοίο αγκυροβολημένο έξω στην παραλία και πάνω ψηλά φωτια, πήδηξαν ξαφνικά και σκότωσαν όλους τους Μοναχούς και ναύτες. Κατα θεία οικονομία όμως, την ώρα, που τα άγρια εκείνα θηρία βασάνιζαν τους Μοναχούς και τους ζητούσαν χρήματα, πρόφτασε ένας απο αυτούς και έκρυψε μέσα στον τοίχο της εκκλησίας το Κιβώτιο με τον Τίμιο Ήλο και το λείψανο του Αγίου Παντελεήμονος. Έτσι διασώθηκαν τα ιερά αυτά αντικείμενα και δεν κάηκαν απο τους πειρατές, που με καταστροφική μανία έκαψαν την εκκλησία και τα γύρω οικήματα.

 

  Η αποκάλυψη τους έγινε μετά από αρκετό καιρό ώς εξής: Κάποιος Ιωάννης, ήταν για ακετό καιρό άρρωστος και δεν μπορούσε να βρεί θεραπεία στη αρρώστια του. Κάποια βραδυά είδε στον ύπνο του τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, που τον πρακινούσε να πάει στο Αγίασμα στις «Γοναταίς» για να γίνει καλά. Σηκώθηκε λοιπόν, και διη΄γθηκε στους δικούς του το όνειρο.

 

  Αμέσως τον πείραν οι συγγενείς του και τον έφεραν στο Αγίασμα, όπου λούσθηκε και έγινε τελείως καλά. Από ευγνωμοσύνη και ευχαριστία για την θεραπεία του θέλησε να χτίσει πάλι τον ερειπωμένο Ναό. Έβαλε λοιπόν οικοδόμους, οι οποίοι προσπαθόντας να καθαρίσουν του τοίχουςγια να βάλουν θεμέλια, με το γκρέμισμα βρείκαν στον τοίχο το κιβώτιο με τα ιερά κειμήλια. Σκέφτηκαν μετξύ τους, να το κρύψουν, γιατί είχε αξία η ασημένια θήκη και να δώσουν μόνο το άγιο λείψανο στο Πνευματικό Θεωνά Φιλοθεϊτη, που έμενε τότε στο Μετόχι της Μονής Φιλοθέου στον Θεολόγο.

 

  Τον Τίμιο Ήλο του Σωτήρος Χριστού μας, που ήταν μέσα σε ξύλινο Σταυρό, τον άφησαν πάνω σε μια αγριελιά, που ήταν δίπλα στην εκκλησία του Αρχαγγέλου. Έδωσαν σε το άγιο λείψανο του Αγίου Παντελεήμονος στον Φιλοθεϊτη Μοναχό και του είπαν ψέμματα, ότι μόνο αυτό βρήκαν κάτω από μια πλάκα, χωρίς την ασημένια θήκη και τον Τίμιο Ήλο. Κατά θεία και πάλι παραχώρηση, δαιμονίσθηκαν και από τον τρόμο τους για την δίκαιη τιμωρία, έδωσαν και την ασημένια θήκη. Ξέχασαν όμως τελείως, ότι είχαν αφήση πάνω στην αγριελιά τον Σταυρό με τον Τίμιο Ήλο.

 

  Κάποιος βοσκός, Γεώργιος, που είχε το μαντρί του στην περιοχή αυτή, κοντά στον Ναό, κάθε νύχτα έβλεπε ένα φώς να λάμπει σαν άστρο. Πήγαινε την μέρα και δεν έβλεπε τίποτα. Μια νύχτα παίρνει και το παιδί του και πηγαίνουν μαζί στην αγριελιά και βλέποντας την λάμψη φοβήθηκαν και δεν ανέβηκαν πάνω στο δένδρο. Αμέσως έφυγαν για το χωριό του Θεολόγου και ανήγγειλαν το γεγονός στον Πνευματκό Θεωνά.

 

  Ο Πνευματικός από τα πρόσφατα γεγονότα της σφαγής των μοναχών και της ανακαινίσεως του Ναού από τον Ιωάννη, κατάλαβε, οτί εκεί στην αγριελιά θα είχε απομείνει ο Σταυρός με τον Τίμιο Ήλο. Πράγματι ήρθαν στο Ναό και βρήκαν το Σταυρό με κειμήλιο πάνω στο δέντρο. Τα παρέλαβαν με μεγάλη ευλάβεια και τιμή και με λιτανεία τα πήραν στο χωριό του Θεολόγου, ενώ όλοι οι κάτοικοι βγήκαν έξω από το χωριό, να τους προυπαντήσουν. Μετά τα κατέθεσαν στο Φιλοθεϊτικο Μετόχι του Θεολόγου. Πολλά δε θαύματα έγιναν τότε.

 

  Όταν έμαθαν τα συμβάντα στη Μονή Φιλοθέου – η οποία τότε ήταν κοινόβιο – έγραψαν στον Πνευματικό Θεωνά να πάρει τον Τίμιο Ήλο και να Τον επιστρέψει στη Μονή. Ο Πνευματικός, συμφωνα με την εντολή του ηγουμένου, Τον πήγε στο Άγιον Όρος.

 

  Τότε ο Αρχάγγελος φανερώθηκε στον Ηγούμενο στον ύπνο του και τον φοβέρισε με ελεγκτικό και προστακτικό τρόπο να στείλει τον Τίμιο Ήλο πίσω προς φύλαξη των Χριστιανών. Εκείνος όμως δίσταζε και ανέβαλε να τον στείλει. Ξαναεμφανίστηκε ο Αρχάγγελος με φοβερώτερο τρόπο πάλι στον ύπνο το, προστάζοντας, να Τον στείλει πίσω στην Θάσο και να μην Τον εμποδίσει η ζητήσει ποτέ να Τον επιστρέψουν, απειλώντας ότι αν δεν υπακούσει, θα Τον πάρει μόνος του. Έτσι ακριβώς και έγινε.

 

  Μετά από τις τόσες πιέσεις, πηγαίνοντας ο Ηγούμενος στο Σκευοφυλάκιο για να Τον πάρει, με έκπληξη του δεν Τον βρήκε εκεί. Κατάλαβε αμέσως ότι ο Αρχάγγελος, σύμφωνα με το όνειρο, θα Τον είχε πάρει με θαυματουργικό τρόπο στη Θάσο και έστειλε τον Πνευματικό Θεωνά προς αναζήτηση Του.

 

  Ακριβώς εκείνες τις μέρες ο βοσκός, που είχε ξαναδεί το φως στην αγριελιά, βλέπει λαμρπότερο το φως εκείνο και ειδοποιεί στο Θεολόγο τον Φιλοθεϊτη Μοναχό να έρθει, να Τον παραλάβει. Ήλθαν λοιπόν όλοι με λιτανεία και συνοδεία και παρέλαβαν το κειμήλιο και το πήραν στο Μετόχι της Μονής στο Θεολόγο, όπως και κατα την πρώτη εύρεση.  Ήταν δε τότε – που έγινε η δεύτερη εύρεση του Τιμίου Ήλου με τη μεταφορά Του από τον ίδιο τον Αρχάγγελο στη Θάσο – η Δευτέρα της Διακαινησίμου μετά το Πάσχα. Έτσι αποφασίστηκε να γιορτάζεται πανηγυρικά ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ μαζι με τον Τίμιο Ήλο την Τρίτη της Διακαινησίμου.

 

   Από τότε προς ανάμνηση του Θαύματος, έρχονται κάθε χρόνο οι Θεολογίτες με λιτανεία φέρνοντας τον Τίμιο Ύλο με την Εικόνα του Αρχαγγέλου, αγρυπνούν από βραδύς και το πρωί της Τρίτης της Διακαινησίμου γίνεται η Θεία Λειτουργία πανηγυρικά. Με λιτανεία δε πάλι τα επιστρέφουν στο Μετόχι του Θεολόγου. Εκεί εφυλάσσοντο για αρκετά χρόνια, μέχρις ότου ιδρύθηκε η Μονή του Αρχαγγέλου και φυλάσσονται τώρα εδώ.

 

  Λίγο καιρό μετά τη δεύτερη εύρεση, κάποιος ιερεύς Αναστάσιος, από Βουλγαρικό χωριό, ήταν άρρωστος βαρειά και όταν επικαλέσθηκε τη δύναμη του Τιμίου Ήλου έγινε αμέσως καλά.

 

  Από βαθειά ευγνωμοσύνη για την θεραπεία του και για ναμείνει ανεξαλειπτη η ενθύμηση του θαύματος, ποθ του έγινε, έφτιαξε την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ μέσα σε εξαπτέρυγο ασημένιο και το κομμάτι το Τιμίου Ήλου το έβαλε μέσα μαζί με το Σταυρό, για να είναι φυλακτήριο όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών. Έτσι διασώζεται μέχρι σήμερα.

 

  Βλέπουμε λοιπόν από όλα τα παραπάνω ότι, κατά θεία απόρρητη οικονομία, μέσα στην τόσο κρίσημη εποχή μας, από μια ιδιαίτερη εύνοια και πρόνοια για το νησί της Θάσου, ο Πανάγιος Θεός μας ο «Μόνος ποιών θαυμάσια», μας χάρισε ένα μεγάλο φίλο, βοηθό και υπέρμαχο, τον Παμμέγιστο Ταξίαρχο των Αγγέλων Μιχαήλ. «Ο Δημιουργός Θεός τον έταξε Προϊστάμενο του τόπου μας, οικονομούντα και βοηθούντα μας», κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό.

 



  Τα θαύματα του ήταν και είναι άπειρα.Ακούει και βοηθεί ταχέως, όποιον Τον επικαλεσθεί με πίστη και αγάπη. Παρουσιάζεται στους περισσότερους ολοζώντανος με στρατιωτική στολή και εκπληρώνει κατα το ψυχικό συμφέρον τις επιθυμίες τους η θεραπεύει ανίατες αρρώστιες η ακόμη επιπλήτει και ελέγχει για να επανεφέρει στο δρόμο της μετανοίας και σωτηρίας.

 

   Για τη Θάσο και ιδιαίτερα για το χωριό του Θεολόγου είναι ο Προστάτης και ο άμισθος Ιατρός των πιστών μαζί με τον Τίμιο Ήλο. Σε όλες τις δυσκολίες τους σε Αυτόν καταφεύγουν. Είναι αξιοσημείωτο, ότι ακόμη και όταν τα παιδιά τους φεύγουν για να υπηρετήσουν τη θητεία τους στο στρατό, κάνουν πρώτα αγιασμό με το κειμήλιο και με αυτήν την ευλογία ξεκινούν.

 

  Όταν λένε τη λέξη «Άγιος» η «Μιχαήλ Αρχάγγελος « εννοούν τον Τίμιο Ήλο μαζί με τον Αρχάγγελο, που εικονίζεται πάνω στο εξαπτέρυγο. Στη συνείδηση τους και αυτές οι δύο έννοιες είναι ταυτισμένες απόλυτα και για αυτούς σημαίνουν το ίδιο πράγμα: Μια βαθειά, απλή και ανόθευτη πίστη στον Αρχάγγελο, που τους χάρισε την ευλογία του Τιμίου Ήλου του Χριστού μας πάνω στο Νησί.




Η αγριελιά της ευρέσεως του Τιμίου Ήλου















Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...